Τρίτη, 29 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 19: ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ ΚΑΝΑΣ ΦΟΥΡΝΟΣ;

Είμαι σίγουρη ότι κι εσείς, όπως κι εγώ, θα λέτε το ψωμί-ψωμάκι και θα πηγαίνετε καθημερινά ή σχεδόν να προμηθευτείτε τη μπαγκέτα σας, το λευκό πολυτελείας σας, το παντεσπ….ε, χμ, το ολικής αλέσεως, το πολύσπορο, το χωριάτικο ή ό,τι σας αρέσει τέλος πάντων.

Εμένα το ψωμάκι μου αρέσει, αλλά μερικούς φούρνους πραγματικά και ευχαρίστως θα τους γκρέμιζα. Όχι εκ θεμελίων – απλώς θα άλλαζα τη διάταξη του χώρου, εν ανάγκη θα φώναζα και τον Σπύρο Σούλη και θα του έλεγα “άλλαξέ το τώρα πριν μου τη βιδώσει περισσότερο”.

Σας βλέπω που απορείτε. Τι πρόβλημα μπορεί να έχει ένας κουφός άνθρωπος με το φούρνο, σκέφτεστε. Πολλά, αγαπητοί μου. Με κυριότερο τη διάταξη, που συνήθως σε αναγκάζει να είσαι στην ίδια ευθεία στην ουρά, με αποτέλεσμα να μην βλέπεις την υπάλληλο (γιατί σχεδόν όλες είναι γυναίκες) και να μην σε βλέπει κι αυτή.

Σκέψου τώρα ότι συνήθως η μπροστινή στην ουρά καθυστερεί μέχρι να πάρει το ψωμί και να φύγει (διότι πάλι όλες γυναίκες είναι στην ουρά, αν εξαιρέσεις κάποιους παππούδες ή στελέχη εταιρειών που θέλουν τυρόπιτα – αλλά αυτοί πάνε στο Everest ή στο Γρηγόρης Μικρογεύματα κι όχι στο φούρνο της γειτονιάς μου).

Καθυστερεί λοιπόν η μπροστινή, είτε επειδή προσπαθεί να τυλίξει το ψωμί για να το βάλει στην τσάντα, είτε επειδή προσπαθεί να βρει τα κέρματα, είτε επειδή ανοίγει το μικρό τσαντάκι και κλείνει τη μεγάλη τσάντα – κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Το θέμα (μου) είναι ότι, καθώς καθυστερεί η μπροστινή, η υπάλληλος παίρνει πάντα παραγγελία από την επόμενη, για να προχωράει η ουρά. Πως όμως να πάρει παραγγελία από μένα και να συνεννοηθούμε σωστά, αν δεν υπάρχει καλή οπτική επαφή;

Κι αν τις άλλες φορές τα κουτσοκαταφέρνω, σήμερα έσπασα κάθε ρεκόρ γκαντεμιάς. Πρώτα πρώτα, αν και κάνω κάθε δυνατή προσπάθεια να πηγαίνω στον ίδιο πάντα φούρνο, όπου με ξέρουν, συχνά αλλάζουν τις υπαλλήλους εκεί. Έτσι, σήμερα και μάλλον λόγω εορτών ήταν δυο κοπέλες υπάλληλοι άγνωστες και οι δυο σε μένα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, μπροστά μου υπήρχαν όχι ένας, ούτε δυο, αλλά τρεις γυναίκες πελάτισσες, που είχαν αγοράσει τούρτες, γλυκά, τσουρέκια, και εκτός που είχαν καταλάβει όλο το χώρο, δημιουργούσαν ένα χάος καθώς η μια προσπαθούσε να παραλάβει την τούρτα, η δεύτερη να βρει τα ψιλά στο τσαντάκι και η τρίτη να κλείσει τη μεγάλη τσάντα, να ανοίξει το μικρό τσαντάκι και να βάλει μέσα το τσουρεκάκι…

Μπροστά σε αυτό το συμπαγές τείχος, το σιδηρούν παραπέτασμα, ομολογώ ότι αποθαρρύνθηκα και προσπάθησα να κάνω ελιγμό, ότι δήθεν κοιτάω τα βουτήματα και τις τυρόπιττες και προσπαθώ να αποφασίσω. Ματαίως όμως, η πρώτη υπάλληλος με κοιτούσε ξεκάθαρα από το βάθος, και το ίδιο καθαρά τα χείλη της σχημάτισαν τη φράση: “Χρόνια πολλά, τι θέλετε εσείς; “

“Τι να θέλω”, μου ήρθε να πω, “πρώτα απ’ όλα ζωτικό χώρο και οπτική επαφή για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε”. Αλλά ήταν βέβαιο ότι έτσι και μιλούσα εκείνη τη στιγμή θα είχα χάσει το επικοινωνιακό παιχνίδι από χέρι. Πέντε κεφάλια θα γύριζαν και δέκα ζευγάρια μάτια θα με κοιτούσαν με έκπληξη, απορία και τρόμο, προσπαθώντας να αποφασίσουν τι μπορεί να λέει το άλιεν και αν κινδυνεύουν από τρομοκρατική επίθεση ή αν θα πιάνονταν όμηροι σε ληστεία.

Έτσι, έκανα σήμα “ένα λεπτό”, υψώνοντας το δάκτυλο, ενώ παράλληλα συνέχισα να κάνω πως ήμουν δήθεν βαθύτατα απασχολημένη με το να μελετάω τη βιτρίνα.

Αλίμονο όμως, ενώ οι πελάτισσες συνέχιζαν να ασχολούνται με τα μικρά και μεγάλα τσαντάκια, με αντιλήφθηκε και η δεύτερη υπάλληλος, και μου έκανε κι εκείνη νόημα: “Tι θα θέλατε εσείς;”. Πανικός.

Μετακινήθηκα στα δεξιά, μήπως αποκτήσω καλύτερη ορατότητα, ενώ παράλληλα η μία υπάλληλος μετακινήθηκε κι εκείνη στα δεξιά. Όμως, ένα κεφάλι, ένα χέρι και ένας ώμος, που δεν είμαι σίγουρη αν ανήκαν στην ίδια πελάτισσα, συνέχιζαν να εμποδίζουν το οπτικό μου πεδίο προς την υπάλληλο. Έτσι, ελίχθηκα, περίπου όπως ελίσσεσαι σε ένα γεμάτο σινεμά, και μετακινήθηκα προς τα αριστερά, προκαλώντας δυσφορία και εμφανή ανησυχία στην υπάλληλο.

Οπωσδήποτε, ο ελιγμός μου ήταν επιτυχής, και αν παίζαμε ποδόσφαιρο θα είχα σίγουρα ξεγελάσει τον τερματοφύλακα και θα είχα πετύχει το στόχο. Ωστόσο, στην αριστερή πλευρά με περίμενε η πρώτη υπάλληλος με την ίδια απορία και ανησυχία στο βλέμμα.

“Τι θα θέλατε; ” η απειλητική ερώτηση ήρθε αμείλικτη και από την αριστερή πλευρά και πλέον όφειλα να μιλήσω, να ζητήσω την μπαγκέτα ή το παντεσπάνι μου. Σχεδόν είχα μετανιώσει που δεν είχα φροντίσει να γράψω σε χαρτάκι “ΕΙΜΕ ΚΟΥΦΙ ΚΑΙ ΠΙΝΑΟ”, οπότε αν μη τι άλλο θα ξεμπέρδευα και με τις πολλές διατυπώσεις – άσε που μάλλον θα γλύτωνα και τα 80 λεπτά του ευρώ.

Ωστόσο, μάζεψα όλο το θάρρος μου και το ξεστόμισα πάνω από πέντε κεφάλια και δέκα ζευγάρια μάτια, όσο πιο δυνατά και καθαρά μπορούσα: “Μετακινούμαι επειδή πρέπει να σας βλέπω γιατί ΔΕΝ ΑΚΟΥΩ και θέλω ΜΙΑ ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ”.

Πέντε κεφάλια γύρισαν ταυτόχρονα, και ο χώρος έμοιαζε να βομβαρδίστηκε ξαφνικά. Ως διά μαγείας τα μικρά και μεγάλα τσαντάκια μαζεύτηκαν, ένας διάδρομος άνοιξε στη μέση, βιαστικά οι τρεις κυρίες μάζεψαν τα ψώνια και αποχώρησαν, προσπαθώντας να μην δείχνουν ότι με κοιτούν, οι δε δύο κοπέλες στο ταμείο έμειναν ακίνητες για τρία έως πέντε δευτερόλεπτα, στη διάρκεια των οπoίων σκεφτόμουν αν έπρεπε να μετακινηθώ πάλι δεξιά-αριστερά και να σουτάρω…..εεε…..να τις κάνω να μετακινηθούν και να μου δώσουν τη ρημαδοφρατζόλα.

Ευτυχώς, η μία συνήλθε, τύλιξε αμίλητη τη φρατζόλα και έγραψε στη μηχανή 0,80 για να το δω και να πληρώσω. Πλήρωσα, ευχήθηκα μάλιστα και χρόνια πολλά, δεν πήρα απάντηση λόγω του σοκ (εκτός κι αν απάντησαν όταν πια είχα γυρίσει την πλάτη) κι έφυγα.

Πάντως, εγώ από σήμερα το αποφάσισα: αφού άμα τη εμφανίσει μου οι φούρνοι μοιάζουν βομβαρδισμένοι, τώρα που καλοκαιριάζει θα φτιάξω ένα μπλουζάκι που θα λέει: “EIME KOΥΦΙ ΚΑΙ ΘΕΛΟ ΠΑΝΤΕΣΠΑΝΙ”, για να γκρεμίσω και τους υπόλοιπους φούρνους για να τελειώνουμε μια και καλή με αυτό το θέμα.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 18: ΣΟΦΙΑ ΟΡΘΗ

Με την εκκλησία δεν έχω πολλά πολλά, ούτε αυτή μαζί μου. Ίσως μάλιστα, ένας λόγος που δεν έχω πολλά πολλά με την εκκλησία να έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να αντιληφθούμε εμείς οι κωφοί χειλεοαναγνώστες τίποτα από τη λειτουργία, ούτε από τους ύμνους και τα τροπάρια, ούτε το τελετουργικό στις βαπτίσεις και τους γάμους, ούτε καν τις κηδείες (αυτό το τελευταίο βέβαια ισχύει για όλους…ανάλογα με τη θέση από την οποία παρακολουθούν την τελετή !)

Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η μεγάλη εβδομάδα, μέσα στο γενικότερο κλίμα κατάνυξης, είπα να σας γράψω κάποιες ιστορίες από την εκκλησία. Στην οποία έχω αναγκαστικά παρευρεθεί πολλές φορές, για κοινωνικούς και όχι για θρησκευτικούς λόγους.

Πρώτα πρώτα, ως μαθήτρια έπρεπε να υποστώ τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, όπως όλοι οι μαθητές. Τότε δεν είχα ακόμη ξεκαθαρίσει μέσα μου τις όποιες θρησκευτικές μου αντιλήψεις, και απλώς ακολουθούσα το πρόγραμμα του σχολείου.

Μα η λειτουργία ήταν για μένα ακριβώς όπως η (υποχρεωτική επίσης) επίσκεψη στο Πλανητάριο ή όπως όταν πήγαμε στο χορό του Λυκείου να ακούσουμε Βίσση και Καρβέλα (όλοι έχουμε ιστορίες από τα νιάτα μας για τις οποίες ντρεπόμαστε ελαφρώς, βλέπετε).

Εν ολίγοις, δεν καταλάβαινα τίποτα. Όπως βέβαια και σε όλους τους επιταφίους, τις αναστάσεις, τους γάμους και τις βαφτίσεις (οι κηδείες ήρθαν αργότερα).

Μου άρεσε όμως ανέκαθεν ο επιτάφιος, αυτή η μυσταγωγία των κεριών, αυτό το πλήθος που περπατούσε συντονισμένα και χαιρόταν τις μυρωδιές της άνοιξης…και φυσικά, τα πρώιμα φλερτ που ανέκαθεν είθισται να γίνονται κατά τους επιταφίους και τις αναστάσεις στη χώρα μας. Οι έβηφοι και νέοι που μαζεύονται με σκοπό: “τα μάτια τους να ρίξουν σαιτιές”, όπως θα το έλεγε και ο Μαλακάσης.

Τα τροπάρια και οι ύμνοι της άνοιξης, όμως…παραμένουν ένα κλειστό μυστικό, που αφορά μόνο τους ακούοντες. Σε ποια ηλικία, με ρώτησε ο άντρας μου κάποτε (διαβάζοντας ένα μου στίχο, που έλεγε: είμαι η γυναίκα που της φόρτωσαν νωρίς την ηθική / στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή…), σε ποιά ηλικία άκουσες πρώτη φορά το τροπάριο της Κασσιανής;

Μα….ποτέ, άντρα μου, ή τουλάχιστον ποτέ όταν μπορούσα πια να καταλάβω το νόημα των στίχων. Σίγουρα τα άκουσα κάποτε, στα μικράτα μου, κι αυτό και το Ω γλυκύ μου έαρ και το Θανάτω θάνατον πατήσας, μα πιο πολύ τα διάβασα ή τα “διάβασα” επίσης στα χείλη της μαμάς μου παρά τα άκουσα ως μεγάλη.

Παρόλα αυτά, έκανα πάντοτε ευσυνείδητες προσπάθειες να ακολουθήσω το τυπικό τις εκκλησίας κάποιες φορές, ξαναλέω για κοινωνικούς και όχι για θρησκευτικούς λόγους. Επειδή οι θρησκευτικές τελετές, όπως και οι μεγάλες γιορτές (Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστος) έχουν στη χώρα μας σαφή κοινωνικό χαρακτήρα και εντάσσονται στις παραδόσεις του λαού μας. Εξάλλου, σέβομαι τη θρησκευτική πίστη, όποιο δόγμα και να ακολουθεί κανείς, όπως και τον αγνωστικισμό και την αθεϊα όλων των ανθρώπων.

Έτσι, και κουμπάρα έγινα, παντρεύοντας δυο καλούς μου φίλους, και το κοριτσάκι τους βάφτισα αργότερα – μια ιστορία που πρέπει να σας την πω ξεχωριστά, γιατί όσο να ‘ναι, πάντα έχει πλάκα μια κουφή νονά που αγνοεί πλήρως το τελετουργικό της ορθόδοξης βάπτισης και προσπαθεί να τα κάνει -και σωστά- όλα εκείνη τη στιγμή. Αλλά μου το είπαν καθαρά: Κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαϊα, ούτε πώς να τη βαφτίσεις τη Μαρία, μη φοβάσαι, θα στα μάθει ο παπάς!

Ας δούμε όμως τώρα ένα τραυματικό γεγονός που μου έμεινε στη μνήμη, κι αν το γράφω είναι για να σας παρακαλέσω να μην κάνετε τα ίδια όσοι από σας πηγαίνετε τακτικά στην εκκλησία. Ήμουνα μεγάλη πια, πάνω από 25-26, δεν θυμάμαι ακριβώς, και είχα πάει σε μια βάφτιση με τη μαμά μου και μια φίλη της.

Εκείνες είχαν καθίσει πιο μπροστά, κι επειδή δεν είχε άλλο κάθισμα καθόμουν λίγο πιο πίσω, μόνη μου. Ξαφνικά, έρχεται από τα απέναντι καθίσματα ένας κύριος κάποιας ηλικίας, και με σπρώχνει και με τραβάει να σηκωθώ όρθια! Παράλληλα μάλλον με επέπληττε, δεν μπόρεσα να καταλάβω ακριβώς, γιατί με την ίδια ταχύτητα εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδα μέσα στον κόσμο, ώστε να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις.

Μόλις συνήλθα λίγο από τη χειροδικία (γιατί σχεδόν περί χειροδικίας, και μάλιστα αναίτιας μου φάνηκε), και σκέφτηκα πιο καθαρά, συνειδητοποίησα ότι μάλλον βρισκόμασταν σε κάποιο σημείο της τελετής όπου έπρεπε όλοι να σηκωθούμε όρθιοι. Πράγμα που όμως δεν μπόρεσα να αντιληφθώ, γιατί οι αμέσως μπροστινοί μου ήταν όλοι κάποιας ηλικίας και δεν είχε σηκωθεί κανείς.

Φαίνεται ότι εγώ, ως νεότερη, αλλά και ως καθισμένη στο πλησιέστερο στο διάδρομο κάθισμα πλήρωσα την οργή του εν λόγω κυρίου, που σίγουρα παράλληλα θα έλεγε κάτι για την ασέβεια της νεολαίας, που τολμά να είναι καθήμενη ενώ επιβάλλεται να σηκωθεί όλο το εκκλησίασμα.

Πάντως, έχω εδώ μια χαριτωμένη ιστορία να σας διηγηθώ, που δεν έχει άμεση σχέση με την κώφωση, αλλά τη βρίσκω ταιριαστή με το σημερινό μας θέμα, και σίγουρα, αν δεν είχα πρόβλημα ακοής θα μπορούσε να είχε συμβεί σε μένα και όχι στην πρώτη μου ξαδέρφη.

Όταν η ξαδερφούλα μου, που είναι και συνονόματη, ήταν τριών χρονών και βρισκόταν σε ένα γάμο - αν δεν κάνω λάθος- κάποια στιγμή σηκωνόταν συνεχώς στην εκκλησία, και ταυτόχρονα κοίταγε με ειλικρινή απελπισία τη μαμά της, που δεν καταλάβαινε κιόλας τι έχει το παιδί και σηκώνεται συνέχεια στα καλά καθούμενα.

Κάποια στιγμή λοιπόν η μικρή, έτοιμη να βάλει τα κλάματα γυρνάει και λέει στη θεία μου την ατάκα που έμεινε στα χρονικά της οικογένειάς μας: “Γιατί καλέ μαμά αυτός ο παπάς λέει συνέχεια Σοφία ορθή και με σηκώνει, αφού εγώ κουράστηκα και θέλω να καθίσω!”

Έτσι λοιπόν κι εγώ θέλω να σας πω, όταν θα δείτε την επόμενη κουφή Σοφία σαν κι εμένα στην εκκλησία, να μην της πείτε Σοφία ορθή ή ακόμα χειρότερα, να μην τη σπρώξετε για να σηκωθεί. Γιατί την επόμενη φορά, θα σας πω κι εγώ πως δεν σηκώνομαι γιατί δεν άκουσα τίποτα σχετικό, και πως θα προτιμούσα να καθίσω.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 17: ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΚΡΕΜΑΛΑ;

Με έχουν ρωτήσει πολλές φορές πως ακριβώς γίνεται η χειλεοανάγνωση, και πάντα την περιγράφω σαν “κάτι που μοιάζει με το παιδικό παιχνίδι κρεμάλα”.

Αυτή είναι δική μου έκφραση, δεν την έχω διαβάσει πουθενά. Όμως, έχω διαβάσει σε επιστημονικά βιβλία ότι με τη χειλεοανάγνωση κατ’ ουσίαν καταλαβαίνεις μόνο το 30-40% της πληροφορίας που έχει μια λέξη (στη γλώσσα μας, κυρίως τα φωνήεντα) και πρέπει να συμπληρώσεις με το μυαλό σου, αυτόματα, το υπόλοιπο.

Λογικά λοιπόν, έκανα πάντα το συνειρμό με την “κρεμάλα” , και θέλω να πιστεύω ότι αυτή η λέξη περιγράφει καλά το διάβασμα των χειλιών.

Δεν ξέρω αν σας άρεσε να παίζετε κρεμάλα ως παιδιά, αν και είναι βέβαιο ότι κάποτε θα έχετε παίξει και εσείς. Εμένα μου άρεσε πολύ, και ειδικότερα στην Τρίτη λυκείου, όπου είχαμε φτιάξει μια κλίκα οι δευτεροδεσμίτες, και καμαρώναμε για τις φοβερές και τρομερές λέξεις που είχαμε μάθει. Τρομάρα μας, δηλαδή.

Συνηθίζαμε να βάζουμε στην κρεμάλα τις λέξεις “ριβονουκλεϊνικό” και, ακόμα χειρότερα, “δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό” (οξύ), δηλαδή τα RNA και DNA, και μετά απορούσαμε γιατί δεν μας πολυθέλανε για παρέα τα άλλα παιδιά. Αφού ήταν ωραίες λέξεις!

Δεν ήξερα τότε ότι αυτοί οι γλωσσοδέτες θα με συντρόφευαν για πολλά χρόνια – κι ακόμη και σήμερα τους έχω διαρκώς μπροστά μου. Μα με βοήθησαν, εκτός των άλλων, και στο να αντιληφθώ τη σχέση τους με το διάβασμα των χειλιών, και να εξελιχθώ όσο μπορούσα σε αυτό το “παιχνίδι” που έπρεπε και πρέπει να παίζω καθημερινά προκειμένου να επικοινωνήσω.

Πριν από λίγο καιρό, μέσω αυτού του blog έμαθα ότι στο εξωτερικό κυκλοφορούν εγχειρίδια εκμάθησης της χειλεοανάγνωσης, και ειδικά προγράμματα στους υπολογιστές. Αν έχουμε και εδώ τέτοια κόλπα, δεν το γνωρίζω.

Εγώ (όπως και πολλά άλλα παιδιά) έμαθα να διαβάζω τα χείλη εμπειρικά με τα χρόνια, υποθέτω όπως μαθαίνουν και οι τυφλοί να ξεχωρίζουν φωνές και βήματα.

Εκεί που ακόμα δεν τα καταφέρνω είναι στο να ξεχωρίζω τις ξένες λέξεις, όταν ενσωματώνονται στον ελληνικό λόγο. Για παράδειγμα, αν μου μιλήσει κάποιος όπως γράφουν σε μοντέρνα περιοδικά τύπου Νitro και DownTown (και έχω λόγο που αναφέρομαι σε αυτά κυρίως), τότε χάνω τον μπούσουλα, εντελώς.

Αντε να διαβάσεις τα χείλη κάποιου που θα σου πει: “Aυτό το project έχει deadline μεθαύριο, baby, OK?” ή κάτι ακόμα χειρότερο, ας πούμε από τον χώρο της πληροφορικής, της μόδας ή της διαφήμισης, που δεν ξέρω ούτε να το γράψω. Και αν ποτέ μου πουν κάτι ανάλογο, δεν θα έχω και πολλές ατάκες για να απαντήσω. Το μόνο που θα μπορέσω να ψελλίσω είναι: “Στη μάνα σου το ‘πες;”

Λέξεις που για σας είναι απλές, για μένα είναι δύσκολο να γίνουν αντιληπτές αν δεν είναι καταχωρημένες στο “σύστημα”, δηλαδή στη μνήμη μου. Το κλασικό παράδειγμα πάνω σε αυτό είναι τα επίθετα.

Για να είμαι ειλικρινής, αποφεύγω να ρωτάω τα επίθετα αγνώστων ανθρώπων, ας πούμε όταν τους συναντάω για πρώτη φορά σε μια παρέα. Με τα μικρά ονόματα λίγο-πολύ παλεύεται το πράγμα, γιατί συνήθως θα γνωρίσεις κάποιο Γιάννη, Γιώργο, Δημήτρη, Αντώνη, κάποια Κατερίνα ή Μαρία. Το πολύ να πέσεις πάνω σε έναν Μιχαήλ Αγγελο ή σε κάποια Μαρία Νεφέλη, αλλά ακόμα και αυτά έγιναν της μόδας πριν από μια δεκαετία και τώρα είναι επίσης αναγνωρίσιμα. Με τους μετανάστες επίσης το πράγμα ζορίζει λίγο, αλλά εκεί είναι πιο εύκολο να τους ζητήσεις ή να ζητήσεις από κάποιον στην παρέα να σου γράψει το όνομά τους για να το καταλάβεις. Οι άνθρωποι έχουν περάσει τόσα πολλά, που αυτό είναι το τελευταίο που θα παρεξηγούσαν.

Τι γίνεται όμως με τα ένδοξα Ελληνικά μας επώνυμα; Αν κάποιος λέγεται Παπαδόπουλος, Παπαγεωργόπουλος, Παπαδίτσας, Παπαδάκης, Παπαδάκος, Καραϊσκάκης, Καραϊτάβλης (ωχ, συγγνώμη, αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο!) , και τα άλλα παρόμοια και πολύ γνωστά, είναι εύκολο να τον αναγνωρίσω. Μα ουαί κι αλίμονο αν έχει σπάνιο επίθετο ή γενικά δεν μπορώ να το καταλάβω.

Όχι μόνο δεν καταλαβαίνω το επίθετο και δεν ξέρω πώς να τον/την προσφωνήσω (εκτός από ψιτ εσύ, καλέ κύριε – καλέ κοπελιά κλπ), αλλά επιπλέον δύσκολα μπαίνουν και στη διαδικασία να γράψουν το επίθετό τους σε ένα χαρτί. Ισως, για κάποιο μυστήριο σε μένα λόγο, να τους προσβάλλει η διαδικασία.

Η ουσία είναι ότι, μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες να καταλάβω τα επίθετα αυτών που μου συστήνουν, καταλήγω στις προσφωνήσεις με τα μικρά ονόματα και με ουδέτερο τρόπο – χωρίς ονόματα δηλαδή.

Δεν έχω πολλά ακόμη να σας πω για τη χειλεοανάγνωση. Νομίζω ότι είναι ευνόητο και το αντιλαμβάνεστε ότι συχνά κάνω λάθος και μπερδεύομαι σε παρόμοιες λέξεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις. Πχ, μπορεί κάποιος να μου πει: “θα ανάψω τη λάμπα” κι εγώ να καταλάβω: “θα σου αστράψω μια φάπα” και να καταλήξουμε να παίζουμε μπουνιές από το πουθενά.

Αλλά σε γενικές γραμμές, όσο μεγαλώνω, και προσέχω καλύτερα τις λέξεις και όλο το συνειρμό της πρότασης, τα περίφημα συμφραζόμενα δηλαδή, είναι όλο και πιο εύκολο για μένα να κατανοήσω μέσες-άκρες μια κουβέντα.

Βέβαια, όσο πιο λίγα είναι τα άτομα που συμμετέχουν στη συζήτηση (ιδανικά μέχρι 4-5 και να καθόμαστε γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι σε χώρο με καλό φωτισμό) τόσο καλύτερα είναι για μένα τα πράγματα.

Μετά από τα παραπάνω, πιστεύω να καταλάβατε τις βασικές αρχές τις χειλεοανάγνωσης.

Ευχαριστώ όλους εσάς τους τακτικούς αναγνώστες μας, τον Γιάννη Πωστονλένε, τη Μαρία Ποιαμαρία, τον Γιώργο Ψιτεσύ, την Κατερίνα Καλεκοπελιά και τους άλλους Δενξερωεπίθετο για τη σταθερή ανάγνωση αυτών εδώ των κειμένων και την έμπρακτη στήριξή τους στο blog μας.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 16: ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ, ΒΑΛΕΝΤΙΝΑ, ΕΓΙΝΕΣ ΚΑΙ ΣΩΦΕΡΙΝΑ


Το σημερινό μας θέμα, όπως θα καταλάβατε από τον τίτλο, έχει σχέση με την κώφωση και την οδήγηση. Πρώτα πρώτα, να σας πω ότι, σύμφωνα με το νόμο, όσοι έχουν πρόβλημα ακοής μπορούν να βγάλουν δίπλωμα οδήγησης σε αυτοκίνητο, αφού πρώτα εξεταστούν από ειδική επιτροπή του υπουργείου συγκοινωνιών. Δεν μπορούν (ή τουλάχιστον προ δεκαπενταετίας που το είχα ψάξει δεν μπορούσαν) να βγάλουν άλλου είδους δίπλωμα (για μηχανή ή επαγγελματικό για φορτηγά κ.λπ.)

Όταν λοιπόν πάτησα τα 19-20 και έβλεπα όλους τους φίλους και τις φίλες μου να παίρνουν δίπλωμα οδήγησης ο ένας μετά τον άλλον, άρχισα να χτυπιέμαι για να σωφάρω κι εγώ. Γιατί έτσι είναι, άμα είσαι τόσο νέος δεν υπολογίζεις τον κίνδυνο, και όλα αυτά σε εξιτάρουν.

Τους γονείς μου τους έπιασε τρόμος και πανικός στη σκέψη του να πιάσω εγώ τιμόνι. Για να καταλάβετε, εγώ πίστευα ότι θα βγω χαλαρά στο δρόμο, σαν τον ιππότη της ασφάλτου, κι εκείνοι θεωρούσαν ότι ο χάρος θα έβγαινε παγανιά.

Τελικά, όπως φαίνεται νίκησα στα σημεία και έκανα μαθήματα οδήγησης γύρω στα 21. Σας βλέπω που ήδη έχετε σκεφτεί το σκηνικό και κλείνετε τα μάτια σας με τρόμο, αναλογιζόμενοι που ακριβώς να κατοικούσα εγώ τότε, και από ποιους δρόμους να πέρασα, και μήπως τυχόν μένατε κι εσείς εκεί γύρω και διαφύγατε από το θανάσιμο κίνδυνο χωρίς να το ξέρετε.

Εντάξει, θα σας αφήσω να πάτε για ευχέλαιο μόλις τελειώσετε αυτό το ποστ, αλλά περιμένετε λίγο ακόμη να σας πω όλη την ιστορία. Για να γίνουν τα μαθήματα με επιτυχία, είχαμε από πριν συμφωνήσει σε ένα δικό μας σύστημα με τον δάσκαλο. Απ’ ό,τι θυμάμαι, όταν πήγαινα όλο ευθεία μου έκανε το γνωστό νόημα της ευθείας, ανάλογα νοήματα για το αριστερά και δεξιά, και το στοπ το συμβολίζαμε με μια μπουνιά.

Βέβαια, στο μεσοδιάστημα και όσο ήμασταν σταματημένοι μου εξηγούσε αναλυτικά τι θα κάναμε, πότε έπρεπε να αλλάζω ταχύτητες, ποια διαδρομή θα ακολουθούσαμε από πριν, ώστε να μην χρειάζεται να μιλήσουμε και πολύ κατά τη διάρκεια της διαδρομής.

Θυμάμαι επίσης ότι στις ταχύτητες παρακολουθούσα το στροφόμετρο (αφού δεν μπορούσα να έχω σωστή αντίληψη του θορύβου της μηχανής) και άλλαζα όταν η ένδειξη πήγαινε στο 5, αν θυμάμαι καλά τώρα πια.

Περιέργως πως, δεν δυσκολεύτηκα πολύ με τα μαθήματα. Η αίσθηση της οδήγησης μου άρεσε, και όπως είπα και πριν, όταν είσαι τόσο νέος δεν έχεις συναίσθηση των κινδύνων.

Το θέμα ήταν η εξέταση. Πως θα γινόταν, εφ’ όσον συνήθως οι εξεταστές κάθονται πίσω;

Να πω εδώ, ότι πριν φτάσουμε στο στάδιο της εξέτασης και πριν ακόμα δώσω τα σήματα, έπρεπε να περάσω από μια σειρά γιατρών, και επίσης να υποβληθώ σε ψυχολογικό έλεγχο και σε….μέτρηση του IQ, ναι, κανονικό τεστ νοημοσύνης, στο οποίο μάλιστα έπρεπε να έχω σκορ πάνω από 100 μονάδες (όταν ο μέσος όρος στη χώρα μας είναι λίγο χαμηλότερος) κι όλα αυτά δεν ξέρω για ποιο λόγο και βάσει ποιού νόμου.

ΟΚ, καταλαβαίνω την έννοια του τεστ νοημοσύνης, αλλά και ψυχολογικός έλεγχος; Και σας λέω, κι αυτό το καταλαβαίνω, αλλά πιστεύω ότι θα έπρεπε να εφαρμόζεται σε όλους ανεξαιρέτως τους υποψήφιους οδηγούς και όχι μόνο σε όσους έχουν πρόβλημα ακοής.

Πάμε όμως στα σήματα. Τα έδωσα κανονικά, σε μια αίθουσα με όλους τους άλλους που δεν είχαν πρόβλημα ακοής. Τώρα, λέω εγώ, αν υπήρχε π.χ. ένα τυπογραφικό λάθος κάπου και το διόρθωναν με προφορική οδηγία, θα είχαν άραγε την πρόνοια να ενημερώσουν κι εμένα που έγραφα με σκυμμένο το κεφάλι;

Τι ψάχνεις να βρεις, θα μου πείτε τώρα, και θα έχετε δίκιο. Τα σήματα αποδείχτηκαν απλή υπόθεση, με την πορεία τι θα έκανα όμως;

Δεν γνώριζα καθόλου τι θα γινόταν μέχρι την ημέρα της εξέτασης και πως αυτή θα γινόταν ακριβώς. Τελικά, οι εξεταστές κάθισαν πίσω, και ο δάσκαλος από μπροστά ανέλαβε να μου μεταφέρει τις οδηγίες με τον τρόπο που σας περιέγραψα πιο πάνω (ευθεία, δεξιά, αριστερά, στοπ).

Εντάξει, στο παρκάρισμα και στη γωνία ήμουν και μισοσταματημένη, δεν ήθελε και πολλή φαντασία, εδώ είναι γωνία, εδώ παρκάρουμε – εκτός κι αν με έβαζαν να παρκάρω σε γωνία, αλλά τότε δεν είχανε βγει ακόμα τα smart!

Πέρασα επιτυχώς και την πορεία, και πήρα το δίπλωμα πανηγυρικά. Στην αρχή, έκανα ό,τι και οι άλλες φιλενάδες μου: τις έβγαλα έξω για ποτό και τις κέρασα, και κάναμε σχέδια και υπολογισμούς για τα ταξίδια που θα κάναμε, οπωσδήποτε, σε όλη την Ευρώπη το καλοκαίρι, οδηγώντας εναλλάξ.

Στη συνέχεια έφυγα ξανά για την Κρήτη όπου ήμουν φοιτήτρια (το δίπλωμα το πήρα στην Αθήνα) και καθώς εκεί δεν είχα αυτοκίνητο άρχισε σιγά σιγά να μου φεύγει η επιθυμία της οδήγησης και να παρατηρώ τους κινδύνους, τα τροχαία, να αναλογίζομαι πόσο θα με εμπόδιζε η ακοή μου από το να βγω στο δρόμο και να οδηγήσω πραγματικά μόνη μου.

Τα χρόνια περνούσαν κι αυτοκίνητο δεν είχα – και, σύμφωνα με μια παροιμία:
όποιος δεν έχει αυτοκίνητο έχει πόδια” ή κάπως έτσι τέλος πάντων – αν και εδώ πρέπει να αναλογιστούμε τι γίνεται όταν δεν έχεις ούτε αυτοκίνητο ούτε πόδια: τότε πρέπει, σίγουρα, να έχεις μυαλό

Τελικά, χρόνο με το χρόνο, το δίπλωμα έμενε κλεισμένο στο συρτάρι, και, σωστά το καταλάβατε, δεν οδήγησα παρά ελάχιστες φορές όλα αυτά τα χρόνια. Αν και έχω φίλους κωφούς που οδηγούν μια χαρά, εγώ δεν το πήρα απόφαση εν τέλει. Παίζει ρόλο και η δική μου ιδιοσυγκρασία, καθώς είμαι απίστευτα αφηρημένη και ενοχική μαζί, και δεν μπορώ να αντέξω την ιδέα ενός ατυχήματος στο οποίο να ενδέχεται να έχω την υπαιτιότητα.

Δεν μπορώ λοιπόν, να πάρω θέση κατά πόσον είναι σωστό να οδηγούν οι άλλοι κωφοί. Ξέρω πια όμως, πως εγώ δεν είναι καλό να πιάσω το τιμόνι, παρά μόνο αν είναι πραγματικά μεγάλη ανάγκη και δεν υπάρχει άλλος εκεί γύρω.

Με τις φίλες μου βγαίνουμε ακόμη για ποτό καμία φορά. Οι περισσότερες οδηγούν, άλλες πάλι όχι. Με αυτές τις τελευταίες έχουμε αποφασίσει πως μια μέρα, οπωσδήποτε, θα κάνουμε το γύρο της Ευρώπης με το τρένο, καθισμένες στο παράθυρο εναλλάξ.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 15: ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ, ΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΑΝΟ ΜΟΥ

Σήμερα θα σας μιλήσω για τη σχέση των κωφών με τις ξένες γλώσσες. Όπως έχω γράψει και παλαιότερα, πάγιο αίτημα των κωφών που επικοινωνούν με τη νοηματική είναι να μην υποχρεώνονται να καταθέτουν πιστοποιητικά γλωσσομάθειας για μια ενδεχόμενη πρόσληψη στο δημόσιο. Κι αν δεν κάνω λάθος, αυτό το αίτημά τους πρόσφατα ικανοποιήθηκε.

Ωστόσο, εμείς οι μεταγλωσσικοί κωφοί που εκπαιδευτήκαμε σε “κανονικά” σχολεία, στη γειτονιά μας δηλαδή, ακολουθήσαμε φυσικά το πρόγραμμα του σχολείου. Ήτοι, ξένες γλώσσες (αγγλικά ή γαλλικά ήταν τότε στα προγράμματα των σχολείων) και ακόμα, παρακολουθήσαμε κανονικά τη μουσική.

Όσον αφορά τη μουσική, το πεντάγραμμο και η θεωρία έσωζαν αρκετά την κατάσταση (όμως προσωπικά διδάκτηκα επιπλέον και πιάνο κατ’ οίκον επί δύο έτη, αλλά αυτή είναι μια ακόμα κουφή ιστορία που θα σας πω άλλη φορά).

Με τις γλώσσες όμως, τι μπορούσε να γίνει; Εγώ έκανα αγγλικά στο φροντιστήριο, όπως όλα τα παιδιά, και γαλλικά σύμφωνα με το πρόγραμμα του σχολείου.

Όταν έχεις ήδη εκπαιδευτεί στη λογική μιας γλώσσας όπως τα ελληνικά, δεν είναι δύσκολο να μάθεις τη γραμματική και τη σύνταξη των αγγλικών και των γαλλικών (για τα κινέζικα, τα γιαπωνέζικα, τα αραβικά και τα σουαχίλι δεν παίρνω όρκο, όμως!)

Τι γίνεται ωστόσο με την προφορική επικοινωνία και την προφορά σε μια ξένη γλώσσα;

Α! η προφορά. Αν και οι περισσότεροι καθηγητές και καθηγήτριες ξένων γλωσσών έδειχναν μια ευαισθησία ως προς εμένα (που ήμουν ακόμα βαρήκοη και όχι τελείως κωφή), μου έτυχε όμως και ένας τουλάχιστον που με πρόσβαλλε συστηματικά για την προφορά μου. Με καθόλου χαριτωμένες εκφράσεις, όπως: “Τι θα κάνουμε με σένα, πως τα λες έτσι, από την Αφρική σε φέρανε” και “Δεν καταλαβαίνω, αφού μου τα γράφεις όλα σωστά, πως τα μιλάς χάλια; Δεν μπορείς να πεις: λ’ ουαζζώώ και λα φενέτρρρρ, όχι πες το, πες το πάλι”.

Παιδαγωγός, σου λέει μετά. (Τώρα θυμήθηκα κι έναν άλλον, της μουσικής: πες μου τις νότες, όχι πες μου, όχι δεν είναι σι αυτό, είναι μι, μα δεν το καταλαβαίνεις; Παιδαγωγός κι αυτός).

Το θέμα είναι ότι, όταν είσαι βαρήκοος ή κωφός χειλεοαναγνώστης, συνηθίζεις να διαβάζεις τα χείλη στη μητρική σου γλώσσα και δεν είναι εύκολο να κάνεις αυτή τη διαδικασία σε μια άλλη γλώσσα. Η δε προφορά, το γνωρίζετε όλοι, είναι κάτι που αποκτάται από το άκουσμα και μόνο. Γι’ αυτό και μας (σας) βάζανε κασέτες με τη γλώσσα, για να συνηθίζει το αυτί.

Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι, πρέπει να είμαι μάλλον τυχερή, αφού οι ανωτέρω παιδαγωγοί δεν μου ζήτησαν να αγοράσω τη σειρά της Linguaphone για να βελτιώσω την αγγλογαλλική προφορά μου!

Με αυτά και με άλλα, τέλειωσα κάποτε το Λύκειο χωρίς να έχω τολμήσει να πάω να δώσω ούτε το Lower, παρόλο που αρκετοί συμμαθητές μου είχαν ήδη τα ανώτερα διπλώματα σε δυο τρεις γλώσσες.

Μα εγώ, πώς να πήγαινα να το δώσω αφού δεν θα μπορούσα να καταλάβω καλά το κασετόφωνο στην εξέταση; Κι έπειτα, δεν πίστευα ότι θα μου χρειαζόντουσαν και πολύ οι γλώσσες: Σκόπευα να σπουδάσω ιατρική (με κατεύθυνση προς μια εργαστηριακή ειδικότητα, όπως και έκανα) και βέβαια ούτε λόγος για να φύγω από την Ελλάδα, παρεκτός σε διακοπές.

Ωστόσο, τα αγγλικά με κυνηγούσαν (όπως σας έχω πει ότι με κυνηγάει και η μουσική. Μάλλον επειδή έκανα 2 χρόνια πιάνο και δεν προχώρησα πέρα από το Methode Rose – οπότε το πεντάγραμμο και οι νότες, προσβεβλημένα, με ψάχνουν από τότε ! )

Στα πρώτα δύο χρόνια της Ιατρικής στην Κρήτη, τα αγγλικά ήταν τότε ένα από τα κυριότερα μαθήματα. Και αυτό ήταν δίκαιο, στη λογική της εξοικείωσης των φοιτητών με την ξένη βιβλιογραφία, και ενδεχομένως στον προσανατολισμό τους σε καριέρα στο εξωτερικό.

Οπότε, αναγκάστηκα να πιάσω πάλι τα αγγλικά από κει που τα είχα αφήσει στο γυμνάσιο. Μια θαυμάσια γυναίκα, η κυρία Τασούλα (γράφω το όνομά της σε ένδειξη παντοτινής ευγνωμοσύνης) ανέλαβε τότε να γίνει η δασκάλα μου για τα επόμενα δυο χρόνια.

Η κυρία Τασούλα δεν με έψεξε ποτέ για την προφορά μου. Παρόλο που δεν μπορούσα, ασφαλώς, να πω το τσι με τον τρόπο που το λένε Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί και Κρητικοί (τόσα χρόνια Ενετοκρατία είχε το νησί!) δεν με πίεσε ποτέ να το πω καλύτερα.

Μόνο, ήρθε μια μέρα, και με το συνηθισμένο ατάραχο και γαλήνιο ύφος της μου λέει: - Λοιπόν, παιδί μου, γιατί να μην πας να πάρεις το Lower?
- Μα, κυρία Τασούλα…Τι θα κάνουμε με το κασετόφωνο και με τα προφορικά;
- Μην ανησυχείς, έστειλα επιστολή στο Βρετανικό Συμβούλιο με την περίπτωσή σου και θα τα βρούμε.

Πράγματι, το Βρετανικό συμβούλιο όχι μόνο απάντησε, αλλά αποδείχτηκε ότι είχε ειδικό πρόγραμμα εξετάσεων των αγγλικών διπλωμάτων για ανθρώπους με πρόβλημα ακοής, με εξειδικευμένους καθηγητές, που αναλάμβαναν την προφορική εξέταση και αντικαθιστούσαν το κασετόφωνο (listening) !

Τα γραπτά πάλι, διεξάγονταν κανονικά σε αίθουσα του Βρετανικού συμβουλίου. Μα οι εξετάσεις τους δεν ήταν καθόλου εύκολες (υπήρχαν παιδιά που είχαν κοπεί 5-6 φορές και κυρίως στο προφορικό κομμάτι). Είπαμε, εξειδικευμένος καθηγητής, αλλά ωστόσο δεν έπαυε να είναι Άγγλος καθηγητής/καθηγήτρια: δεν μπορούσες να τον καλοπιάσεις με μούτες και ναζάκια, που ίσως θα πιάνανε σε έναν Έλληνα. Έπρεπε να κάνεις κανονικό διάλογο μαζί του, και βέβαια στα αγγλικά.

Σε αυτό το σημείο επιστρατεύτηκε ο Philip για να βοηθήσει την κατάσταση. Ο Philip ήταν βέρος Άγγλος, ξανθός, γαλανομάτης, ξεπλυμένος και με αγγλικό cool ύφος (αγγλικό φλέγμα το λέγανε παλιά) που είχε ξεμείνει κανά δυο χρονιές στο νησί, μετά από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές και έβγαζε τα προς το ζην κάνοντας μαθήματα αγγλικών. Μα έλα που δεν είχε μάθει σχεδόν τίποτα στα ελληνικά (καλημέρα, καλησπέρα, μαλάκας, τα βασικά…ξέρετε τώρα, και τίποτ’ άλλο). Άρα, έπρεπε αναγκαστικά να μιλήσουμε στα αγγλικά.

Ναζάκια, χαριτωμενιές, καλοπιάσματα τέλος. Μια ολόκληρη χρονιά μάθαινα να μιλάω με τον Philip και αυτός με μένα. Υποθέτω, μάλιστα, πως πρέπει να βελτίωσα και την προφορά μου, αφού φτάσαμε στο σημείο, μετά από αρκετό κόπο, εκτός από το να μιλάμε…να καταλαβαινόμαστε κιόλας!

Από κει και πέρα, οι εξετάσεις στο Βρετανικό συμβούλιο ήταν μάλλον απλή υπόθεση: Μην έχοντας πρόβλημα στα γραπτά, τα πήγα αρκετά καλά και στα προφορικά, και πήρα το Lower πανηγυρικά και μάλιστα με Β.

Κι αν σήμερα έχω φτάσει στο σημείο να διαβάζω και να μεταφράζω πανεπιστημιακά ιατρικά συγγράμματα με άνεση, σίγουρα αυτό το οφείλω στην κυρία Τασούλα και τον Fhilip και όχι στον παιδαγωγό των γυμνασιακών μου χρόνων. Αλλά μάλλον θα φταίει που αυτός, όπως θα καταλάβατε και πιο πάνω, ήτανε καθηγητής των Γαλλικών!