Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΑ 31: Ο ΣΤΥΓΕΡΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ




H ζωή στην Αθήνα έχει κάνει τους πάντες σχεδόν νευρωτικούς- μη εξαιρουμένης της υπογράφουσας. Φανταστείτε όμως τώρα να ζει κάποιος σε μια πόλη όπου όλοι είναι νευρωτικοί αλλά επιπλέον ο κάποιος είναι και κουφός! Θα τον δυσκολέψει αυτό στη ζωή του παραπάνω, όσο ‘να ναι, συμφωνείτε;

Πάμε να δούμε μαζί μια σκηνή που συνέβη πέρσι το καλοκαίρι – Ιούνιος θα ‘τανε θαρρώ. Ήμουνα ανεβασμένη στο παπάκι, όχι αυτό που πήγαινε στην ποταμιά (που τέτοια τύχη! ) , το άλλο εννοώ, του άντρα μου και ψωνίζαμε κάπου στο κέντρο της Αθήνας, Σάββατο μεσημέρι.

Σταματήσαμε κάπου για δυο λεπτά να πάρει ο άντρας μου κάτι από το περίπτερο. Εγώ περίμενα δίπλα στο μηχανάκι. Φορούσα το κράνος και θεώρησα περιττό να το βγάλω. Μεταξύ μας, φοράω γυαλιά μυωπίας συχνά – όταν δεν φοράω τους φακούς επαφής δηλαδή (μην κοιτάτε που στις φωτογραφίες φοράω πάντα φακούς και σας γελάω! )

Όταν όμως φοράς κράνος μηχανής ΚΑΙ γυαλιά μυωπίας μαζί – οι ομοιοπαθείς θα με καταλάβουν – είναι ολόκληρη ταλαιπωρία να βάζεις και να βγάζεις το κράνος. Γίνεται σχεδόν διήγημα του Ψαθά, το περίφημο με την μεγάλη τσάντα και το μικρό τσαντάκι: Βγάζει τα γυαλιά μυωπίας – - ανοίγει την τσάντα -τα τοποθετεί μέσα στην τσάντα – βγάζει το κράνος – ανοίγει πάλι την τσάντα – βγάζει τα γυαλιά μυωπίας – τα φοράει – μετά θέλει να ξαναβάλει το κράνος…Καταλάβατε, τέλος πάντων.

Θεώρησα λοιπόν περιττό να βγάλω το κράνος για 2-3 λεπτά μέχρι να επιστρέψει ο άντρας μου. Εβγαλα, αντ’ αυτού, το κινητό από την τσάντα (προσφιλής μου συνήθεια) και έστειλα κανά δυο μηνύματα.

Φυσικά, ως συνήθως, δεν έδινα καμία σημασία στον κόσμο γύρω μου. Σε λίγο ήρθε κι ο άντρας μου και πήγαμε να φύγουμε. Τότε πετάκτηκε ένας ηλικιωμένος κύριος από ένα παγκάκι δίπλα και πηγαίνει στον άντρα μου και λέει:

- Κύριος: με συγχωρείτε….αυτός εκεί….αυτή (είναι άντρας ή γυναίκα; ) αυτός, ο φίλος σας…με το κράνος….
- Αντρας μου: Η γυναίκα μου είναι κύριε, τι θέλετε;
- Κ: εεε….και γιατί κάθεται ΤΟΣΗ ΩΡΑ εδώ με το κράνος; Της μιλάω και δεν απαντάει, ξένη είναι;
- Α: όχι κύριε, έχει πρόβλημα ακοής, τι θέλετε;
- Κ: ε, να….την έβλεπα ΤΟΣΗ ΩΡΑ με το κράνος εδώ και σκιάχτηκα….και με αυτά τα παντελόνια και τα μπουφάν τώρα που φοράνε δεν ξέρεις αν είναι άντρας ή γυναίκα…να σας πω….εγώ ήθελα να περάσω και φοβήθηκα, νόμιζα πως είναι ένας στυγερός δολοφόνος, που θα πήγαινε να κλέψει μια τράπεζα ή περίμενε τον συνεργό του να γυρίσει…
- Α: να βλέπετε λιγότερη τηλεόραση κύριέ μου…
- Κ: κι αν ήτανε στυγερός δολοφόνος; Που να το ξέρω εγώ; Δεν μίλαγε κιόλας…
- Α : (….) κι εγώ δεν ξέρω τι να σας πω τώρα…Αντίο σας!

Το φοβερό είναι ότι δεν αντιλήφθηκα πλήρως όλη τη στιχομυθία, παρά μόνον όταν φτάσαμε στο σπίτι και μου την εξήγησε επακριβώς ο άντρας μου.

Καθόλου δεν με πείραξε που χαρακτηρίστηκα Στυγερός Δολοφόνος – ήταν μια ευχάριστη νότα, σε σχέση με τους συνήθεις χαρακτηρισμούς (ήταν μια κωφάλαλη…κλπ κλπ) . Μπορώ να σας πω ότι καμάρωσα κιόλας που φαίνομαι και λίγο τρομακτική (με τα παντελόνια και τα μπουφάν μοτοσικλέττας).

Με στεναχώρησε όμως, που δεν χαρακτηρίστηκα ΣτυγερΗ Δολοφόνος. Α, στο καλό! Και νόμιζα πως με τον άντρα μου μπορούμε να περάσουμε για Μπόνι και Κλάιντ. Τώρα, τι; Θα καβαλάμε το μηχανάκι και θα μας περνούν για Κλάιντ και Κλάιντ; Δεν λέει…

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

ΙΣΤΟΡΙΑ 30: ΤΙ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ;



Υπάρχει μια απορία, που σίγουρα θα έχουν σκεφτεί και άλλοι φίλοι που με γνωρίζουν και με συναναστρέφονται, αλλά μόνον ο Βασίλης από τον Αγιο Νικόλαο (Γειά σου Βασίλη! Γειά σου Ζάννα! ) τη διατύπωσε φωναχτά πέρσι το καλοκαίρι.

Φιλοξενούμασταν στο σπίτι του Βασίλη και κάποιο απόγευμα πήγαμε βόλτα με το αμάξι προς την Ελούντα. Ο Βασίλης λοιπόν, παρατήρησε πως σε όλη τη διαδρομή ήμουν σιωπηλή, όπως είμαι συνήθως στις διαδρομές με αυτοκίνητο. Σας διαβεβαιώ, πως (αντίθετα με τις φήμες περί αλαλίας!) είμαι λαλίστατη όταν καθίσω σε τραπέζι, με τους συνομιλητές μου απέναντί μου.

Ομως, στο αυτοκίνητο, όπου δεν μπορώ να δω τους δυο που κάθονται στα μπροστινά (ή στα πίσω, αν κάθομαι μπροστά) καθίσματα, αναπόφευκτα χάνω τη μισή τουλάχιστον συζήτηση και έτσι δεν μπορώ να συμμετέχω. Γι’ αυτό παραμένω αναγκαστικά σιωπηλή σε τέτοιες διαδρομές.

Όταν λοιπόν φτάσαμε στο παραθαλάσσιο ταβερνάκι της Ελούντας, όπου θα τρώγαμε για μεσημέρι, ο Βασίλης πλέον δεν άντεξε και την έκανε την ερώτηση: “Λοιπόν….τι σκέφτεσαι όταν βρίσκεσαι σε μέρη όπου αναγκαστικά δεν μπορείς να συμμετέχεις στην κουβέντα, ούτε να κάνεις κάτι άλλο, όπως το αυτοκίνητο ή μια σκοτεινή αίθουσα ή μια ομιλία ή ένα θέατρο ή μια συναυλία;”

Μου άρεσε αυτή η ερώτηση. Κυρίως γιατί ένας τουλάχιστον άνθρωπος μπήκε στη διαδικασία να σκεφτεί τα πράγματα από τη μεριά μου, να μπει στον δικό μου κόσμο. Γιατί αρκετοί δεν μπορούν να σκεφτούν ότι….εγώ σίγουρα κάτι άλλο σκέφτομαι, ότι ξεφεύγω από την κουβέντα.

Η απάντηση για όσους με γνωρίζουν λίγο καλύτερα είναι δεδομένη: “Κατά 90% απαγγέλω ποιήματα από μέσα μου”. Διάβασα κάποτε πως οι παλιοί φυλακισμένοι, που δεν είχαν βιβλία ή τηλεοράσεις και βρίσκονταν στην απομόνωση συνήθιζαν να απαγγέλουν ποιήματα ή να τραγουδούν ακριβώς για να κρατούν σε εγρήγορση το μυαλό τους.

Αν και, τώρα πια, λόγω και ηλικίας, έχω περιορίσει τις δραστηριότητές μου σε αυτές στις οποίες καταλαβαίνω και συμμετέχω (γιατί ως φοιτήτρια έβγαινα αρκετά συχνά νύχτα και με μεγάλες παρέες, σε μπαράκια, κλαμπάκια κλπ, όπου ούτε τη μουσική καταλάβαινα, ούτε μπορούσαμε να συζητήσουμε – δεν ήθελα βλέπετε να κάνω κάτι διαφορετικό από τους άλλους συμφοιτητές μου), υπάρχουν ωστόσο, ακόμη και σήμερα τέτοιες αμήχανες στιγμές, όπως οι διαδρομές με αμάξι. Η όπως η 7ωρη διαδικασία απαγγελίας ποίησης στον Ιανό, στην οποία αναγκάστηκα να παρευρεθώ πρόσφατα, όπως σας έγραψα.

Όταν είσαι κωφός αλλά έχεις επιλέξει να ζεις με τον τρόπο των ακουόντων, υπάρχουν αρκετές τέτοιες στιγμές πνευματικής απομόνωσης, μέσα στη “φοβερή ερημία του πλήθους”, όπως θα έλεγε και ο Αναγνωστάκης. Και καλά εγώ, έχω την ποίηση να με κρατάει σε τέτοιες στιγμές. Πώς να το αντιμετωπίζουν οι άλλοι φίλοι, που διαβάζουν και το μπλογκ μου; Ιδέα δεν έχω – φαντάζομαι πως θα σκέφτεται ο καθένας ό,τι τον απασχολεί περισσότερο.

Θα ήθελα βέβαια, να μπορώ απλά να κοιτάω το τοπίο χωρίς να σκέφτομαι κάτι. Θα ήταν ανακουφιστικό. Δυστυχώς, είτε επειδή έτσι είναι φτιαγμένος ο εγκέφαλός μου, είτε επειδή έχουν μεσολαβήσει άπειρα χρόνια εσωτερικής ανατροφοδότησης, ο διάλογος με τον εαυτό μου καλά κρατεί…Κι όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, αντί για τη Θάλασσα του Πρωϊού, βλέπω στο παράθυρο του αυτοκινήτου “…τες φαντασίες μου, τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής…”.

Θα έλεγα μάλιστα (Βασίλη, στ΄ ορκίζομαι! ) πως εκείνο το μεσημέρι στο δρόμο για την Ελούντα είδα να περπατάνε μαζί ο Καβάφης και ο Αναγνωστάκης, αυτοπροσώπως! Κουφό, ε;