Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 22: ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΧΑΣΑΠΗ


Πρόσφατα διάβασα στις εφημερίδες ότι το πασίγνωστο αγγλικό τηλεοπτικό κανάλι BBC αποφάσισε να υποτιτλίσει υποχρεωτικά όλα τα προγράμματά του, ώστε να μπορούν να τα παρακολουθούν και οι κωφοί τηλεθεατές. Και όταν λέμε όλα, εννοούμε και τις ειδήσεις, και τα σήριαλ, και τα ντοκυμανταίρ και ό,τι άλλο περιλαμβάνει το πρόγραμμα (τις διαφημίσεις, όμως; Δεν μας είπαν τίποτα για τις διαφημίσεις, και δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε την ουσία, δηλαδή ότι οι κωφοί, εκτός από εν δυνάμει τηλεθεατές είναι και εν δυνάμει καταναλωτές, σωστά; )

Ας αφήσουμε όμως τα μεγαλεία του BBC και ας δούμε τι γίνεται στα καθ’ ημάς. Που ούτε καν περασμένα μεγαλεία δεν έχουμε σε αυτό το θέμα. Το μόνο μοτίβο που επαναλαμβάνεται σταθερά είναι αυτό που ακούγονταν στα συνοικιακά σινεμά τις δεκαετίες του 50 και του 60. Όταν δηλαδή κόλλαγε το φιλμ με τους υποτίτλους, και ενώ η ξένη ταινία συνέχιζε να προβάλλεται κανονικά στην οθόνη, δεν “έπεφταν” ταυτόχρονα και οι υπότιτλοι. Με αποτέλεσμα ο κόσμος να φωνάζει τη φράση που έγινε ιστορική: “γράμματα, χασάπη”.

Έτσι αναφωνούμε κι εμείς οι κωφοί, τις σπάνιες φορές που θα καθίσουμε μπροστά στην τηλεόραση και δεν έχει ξένες ταινίες με υποτίτλους, για παράδειγμα όταν έχει ειδήσεις και θέλουμε να μάθουμε τι συνέβη στον κόσμο. Βέβαια, είναι λίγο γελοίο να κάθεσαι στον καναπέ και να φωνάζεις: “γράμματα, χασάπη”.

Πρώτα πρώτα, δεν υπάρχει κανένας χασάπης εκεί γύρω (εξόν φυσικά αν υπάρχει χασάπης στην οικογένεια και μένετε στο ίδιο σπίτι!) Δεύτερον, αν το εκμοντερνίσεις και πεις: “γράμματα, Χατζηνικολάου”, μια αρχίζει και αυτό από χι, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να σκεφτούν όλοι πόσο μοιάζεις της γιαγιάς σου, που όταν πρωτοείδε τηλεόραση ήταν πεπεισμένη ότι την ακούνε οι παρουσιαστές και έκανε διάλογο μαζί τους.

Γι’ αυτό κι εγώ αποφεύγω γενικά την τηλεόραση, εκτός αν πρόκειται για ξένες ταινίες ή σειρές που έχουν υποτίτλους. Κι όμως, είμαι αναγκασμένη να πληρώνω κανονικά φόρο στην ΕΡΤ (μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ) όπως όλοι σας, αν και δεν μπορώ ούτε καν να παρακολουθήσω τις ειδήσεις. Μάλιστα ούτε τις ειδήσεις “για άτομα με προβλήματα ακοής”, όπως λέγονται, μπορώ να παρακολουθήσω – δεν καταλαβαίνω τίποτα ούτε εγώ ούτε φυσικά όλοι οι κωφοί χειλεοαναγνώστες, που δεν γνωρίζουν τη νοηματική γλώσσα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο πλήρης υποτιτιλισμός από το BBC είναι για μένα όνειρο θερινής νυκτός. Φυσικά, ενημερώνομαι για τις ειδήσεις από τις εφημερίδες (πάντα με μια μέρα καθυστέρηση όμως) ή από το ίντερνετ. Ωστόσο, θα σας πω μια ιστορία που μου συνέβη το 1999, για να καταλάβετε ότι σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης η χρονική καθυστέρηση της μετάδοσης μιας είδησης είναι πολύ σημαντική.

Ήταν λοιπόν Σεπτέμβρης του 1999, κι εγώ δούλευα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Δεν είχα γνωρίσει ακόμα τον άντρα μου, ενώ οι γονείς μου και ο αδερφός μου ήταν στην Αθήνα. Τότε το ίντερνετ ήταν ακόμα στα πρώτα του βήματα στη χώρα μας, και συχνά το δίκτυο “έπεφτε” και δεν μπορούσες να μπεις με τίποτα. Το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι δοκίμασα να συνδεθώ, αλλά ήταν αδύνατον.

Τότε επικοινωνούσα με τους δικούς μου ακόμα μέσω συσκευής FAX, αν και είχα ήδη πάρει κινητό ένα χρόνο πριν. Παίρνω λοιπόν το εξής FAX το απογευματάκι: “Eίμαστε καλά, μην ανησυχείς. Η μαμά σου”. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δεν έπρεπε να ανησυχώ, αλλά όπως ήμουν κουρασμένη από τη βάρδια και την εφημερία της προηγούμενης μέρας προτίμησα να πέσω να κοιμηθώ, αφού εξάλλου δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

Ξύπνησα κατά τις εννέα το βράδυ. Ήμουν μόνη στο σπίτι, το ίντερνετ δεν λειτουργούσε, το κινητό δεν λειτουργούσε, το FAX δεν λειτουργούσε, κανένα κανάλι της τηλεόρασης δεν έδειχνε το κανονικό του πρόγραμμα. Όλα έδειχναν ένα γκρεμισμένο οικοδόμημα, και γύρω πυροσβεστικά οχήματα, και έγραφαν από κάτω: “ΡΙΚΟΜΕΞ – τώρα”.

Δεν είχα ιδέα τι μπορεί να συνέβαινε. Τι ήταν αυτό το “ΡΙΚΟΜΕΞ” ; Οι εκφωνητές φυσικά μιλούσαν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Δεν είχαν ακόμα βγάλει καν τα “κρόουλ” για να περνούν στο κάτω μέρος της οθόνης και να διαφωτιζόμαστε κάπως.

Συμπέρανα ότι κάποιο εργοστάσιο είχε πάρει φωτιά. Αλλά κάτι δεν μου πήγαινε. Γιατί ήταν αυτό τόσο σημαντικό ώστε όλα τα κανάλια να διακόψουν το πρόγραμμά τους και να το μεταδίδουν συνέχεια; Και γιατί η μαμά μου είχε γράψει να μην ανησυχώ, εφ’ όσον οι δικοί μου δεν είχαν καμία σχέση με δουλειά σε εργοστάσιο;

Η ώρα ήταν ήδη δέκα το βράδυ, και δεν μπορούσα καν να χτυπήσω το κουδούνι στη γειτόνισσα – δεν θα ήταν σωστό να ενοχλήσω τόσο αργά, κι έπειτα, τι να ρώταγα; Μήπως τελικά ήμουν στη ζώνη του λυκόφωτος και δεν το ήξερα; Κάπως έτσι δεν ξεκινούσαν οι σχετικές ιστορίες στις ταινίες τρόμου;

Τελικά πέρασα όλη τη νύχτα χωρίς να μάθω τι είχε γίνει. Τα τηλέφωνα δεν λειτούργησαν για ώρες, ούτε το ίντερνετ, ούτε το FAX. Απλώς πήγα το πρωί στη βάρδια μου στο νοσοκομείο, και τότε έμαθα αυτό που όλοι σας έχετε ήδη καταλάβει διαβάζοντας το κείμενο: Την προηγουμένη είχε γίνει ο μεγάλος σεισμός στην Αθήνα, το εργοστάσιο της ΡΙΚΟΜΕΞ είχε καταρρεύσει καταπλακώνοντας ανθρώπους, και οι δικοί μου κουνήθηκαν γερά, αλλά δεν είχαν πάθει τίποτα.

Και σας ρωτάω εγώ τώρα, μήπως αντί να πληρώνω σαν βλαξ κανονικά το φόρο υπέρ της ΕΡΤ τόσα χρόνια, μήπως θα έπρεπε τελικά να τους κάνω μήνυση για ψυχική οδύνη; Στη μηνυτήρια αναφορά θα έγραφα δυο λέξεις μόνο: ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΧΑΣΑΠΗ !

ΥΓ: Τώρα που καλοκαίριασε η ροή των ιστοριών μας θα είναι λίγο πιο αραιή. Καλό καλοκαίρι να έχουμε όλοι!

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 21: ΠΡΟΣΟΧΗ, ΣΑΣ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΟΥΦΟΣ

Τόσο καιρό σας γράφω για πράγματα μάλλον αρνητικά, για τις δυσκολίες και τα εμπόδια που τυχόν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου ή για ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο αστείες που μου έχουν συμβεί.

Όμως, πρέπει να πω πως υπάρχουν και θετικά πράγματα, που είναι αυτές οι περίφημες “ειδικές ικανότητες”, που μας λένε όλοι πως έχουμε, για να μας χρυσώσουν το χάπι της αναπηρίας.

Ικανότητες που δεν έχει ο μέσος άνθρωπος, αλλά και ούτε θα ήθελε να έχει, εφ’ όσον πάνε πακέτο με την αναπηρία. Μακριά από μας, σκέφτονται όλοι, και πολύ λογικά δηλαδή, κι εγώ το ίδιο θα σκεφτόμουν στη θέση τους.

Όχι, δεν μπορώ να πετάω σαν τον Σούπερμαν ή να βεντουζώνομαι σε κτίρια σαν τον Σπάιντερμαν ή να εξαφανίζομαι σαν τον αόρατο άνθρωπο. Δεν μπορώ ούτε να κάνω τα κόλπα του Χουντίνι, αλλά ούτε καν κι ένα αξιοπρεπές τρικ με την τράπουλα, βρε αδερφέ.

Ένα κολπάκι όμως μπορώ να το κάνω κι εγώ, κι αυτό το ξέρουν μόνο οι πολύ δικοί μου, γι’ αυτό σας παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας. Μπορώ και….κρυφακούω! Όχι βέβαια πίσω από κλειστές πόρτες ή βάζοντας κοριούς σε τηλέφωνα όπως κάθε αξιοπρεπής ωτακουστής, αλλά με το δικό μου τρόπο.

Ο οποίος δικός μου τρόπος εφαρμόζεται συνήθως σε καφετέριες, λεωφορεία, μετρό, όπου δηλαδή βαριέμαι και χαζεύω τους γύρω μου για να περνάει η ώρα. Δεν το κάνω καν επίτηδες, τυχαίνει μόνο του. Αρκεί να βρίσκεται σε ευθεία γραμμή μπροστά μου ο ομιλητής, η απόσταση να είναι σχετικά μικρή, ας πούμε να μην υπερβαίνει τα 3-4 μέτρα και να υπάρχει καλός φωτισμός.

Από κει και πέρα δεν χρειάζεται καν να είμαστε στον ίδιο χώρο. Για παράδειγμα, είναι εύκολο να “υποκλέψω” μια συζήτηση 2 ατόμων στη στάση του λεωφορείου όταν είμαι μέσα στο λεωφορείο και είναι σταματημένο (λόγω στάσης ή κίνησης). Ακόμα πιο εύκολο να παρακολουθήσω τι λένε 2 άτομα στην άλλη άκρη του βαγονιού στο μετρό, αρκεί να υπάρχει οπτική επαφή.

Ειδικά στο μετρό είναι η καλύτερή μου, γιατί συνήθως ο θόρυβος είναι έντονος (για σας) και ο κόσμος που προσπαθεί να μιλήσει φωνάζει, κι έτσι γίνεται πιο εκφραστικός. Δηλαδή για μένα δεν έχει σημασία η ένταση της φωνής, αλλά η εκφραστικότητα που τη συνοδεύει. Εξάλλου, αν και συνήθως διαβάζω εφημερίδα στα λεωφορεία ή στο μετρό, καμία φορά μπορεί να υποκλέψω μια συζήτηση επειδή βαριέμαι. Ή επειδή απλά κοιτάω προς τους ομιλητές, χωρίς να το κάνω σκόπιμα.

Ο άντρας μου, που με ξέρει καλά, όταν ταξιδεύουμε μαζί με άλλο μέσο εκτός από το αυτοκίνητό μας, δηλαδή με τρένο, πούλμαν ή πλοίο, ξέρει πως σίγουρα κάποια στιγμή θα λειτουργήσω ως ωτακουστής (ή να πω: οφθαλμ-ακουστής καλύτερα ; ) και με μαλώνει εκ των προτέρων.

Σας είχα γράψει σε μια παλαιότερη ιστορία πως στο εξωτερικό τους ανθρώπους σαν κι εμένα συχνά τους πληρώνουν γι’ αυτή τη δουλειά (που γίνεται ακόμα καλύτερα και πιο επιτυχημένα με τη βοήθεια βίντεο και εστίασης – εννοώ το ζουμάρισμα).

Ωστόσο, ούτως ή άλλως δεν είχα ποτέ την επιθυμία να γίνω καρφί και να φακελώνω ανύποπτους συνανθρώπους μας. Τα προσωπικά σας δεδομένα είναι λιγότερο ασφαλή από όσο νομίζετε, αλλά γι’ αυτό ευθύνονται οι άπειρες κάμερες στους δρόμους μάλλον, παρά οι λιγοστές κουβέντες που ενδέχεται να υποκλέψουν για πλάκα οι κουφοί συμπολίτες σας.

Πάντως σε κάθε περίπτωση, καλύτερα είναι να προσέχετε τι λέτε όταν βρίσκεστε σε δημόσιο χώρο. Γιατί εκτός από τις κάμερες κυκλοφορούν και οι μεγάλοι (αλλά και οι μικρότεροι) κουφοί αδερφοί και αδερφές μας εκεί έξω.

ΥΓ: Όσοι γνωρίζουν την ιστορία με την τελετή που θα γίνει τη Δευτέρα στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, να ξέρετε πως θα χαρώ να σας λαθρακούσω ή μάλλον λαθρο-δω εκεί.

Θεώρησα υπερβολικό να το ξαναγράψω στο μπλογκ, εφ’ όσον θέλω να αναφέρεται βασικά στην κώφωση και όχι στις λογοτεχνικές (και τις άλλες γενικότερα) δραστηριότητές μου.

Ευχαριστώ όμως εκ των προτέρων όσους σκοπεύουν να είναι εκεί. Μου είπαν πως έχει καλό φωτισμό, οπότε δεν θα δυσκολευτώ να σας υποκλέψ…χμ, συνομιλήσω εννοώ.

Εξάλλου, κάπως πρέπει να περάσω την ώρα που δεν θα καταλαβαίνω πάλι, και ειδικά αν δεν μπορώ να παίζω με το κινητό μου, οπότε θα παίζω με τις συνομιλίες των άλλων – κάτι που δυστυχώς το κάνει και ο Μεγάλος Αδερφός.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 20: ΟΙ ΚΩΦΑΛΑΛΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

Το συλλογικό μας στερεότυπο υπαγορεύει ότι οι κωφοί (που επιμένουν οι περισσότεροι να ονομάζουν κωφάλαλους, αν και ο όρος έχει επίσημα καταργηθεί πλέον) είθισται να παντρεύονται κυρίως μεταξύ τους.

Θα μου πείτε, εδώ παντρεύονται μεταξύ τους γιατροί, δικηγόροι, στελέχη εταιριών, οι κουφοί θα αποτελούσαν εξαίρεση; Παρόλο που όλα τα γυναικεία περιοδικά συμβουλεύουν να μην μπλέκουμε τα γκομενικά με τα εργασιακά (φαντάζομαι και τα αντρικά επίσης – σόρι, αλλά δεν διαβάζω NITRO, STATUS , και τα παρόμοια, μόνο μερικές φορές στα κρυφά και ανομολόγητα, π.χ. όταν είχαν τη συνέντευξη της Κικής Δημουλά για ξεκάρφωμα…ή έτσι λέω εγώ τώρα για ξεκάρφωμα επίσης…κάτι τέτοιο τέλοσπάντων…) , παρόλες τις συμβουλές λοιπόν, οι περισσότεροι πάνε και κάνουν αυτό ακριβώς, δηλαδή ερωτεύονται και παντρεύονται μέσα από το χώρο εργασίας και εν γένει συναναστροφής τους, πράγμα απόλυτα λογικό αν το σκεφτείς.

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τις στατιστικές, το 95% των κωφών παντρεύεται με επίσης κωφό ή βαρήκοο σύντροφο και μόλις το 5% με ακούοντα σύντροφο. Είναι βέβαια αναμενόμενο να συμβαίνει αυτό σε όσους κωφούς επικοινωνούν μόνο με τη νοηματική, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουν με όποιον δεν μιλάει τη γλώσσα τους.

Όμως, οι κωφοί χειλεοαναγνώστες, που μιλούν και συναναστρέφονται κυρίως με ακούοντες, είναι πολύ πιθανότερο να παντρευτούν με ακούοντα σύντροφο, όπως κι εγώ η ίδια.

Όταν ήμουν φοιτήτρια είχε τύχει να γνωρίσω και άλλα δυο παιδιά, φοιτητές στην ίδια πόλη, με πρόβλημα ακοής, και κάναμε κάποιες φορές παρέα. Θυμάμαι πως ο ένας δήλωνε από τότε που ήταν είκοσι και κάτι χρονών πως σκόπευε να παντρευτεί οπωσδήποτε γυναίκα που να ακούει, γιατί θα ήταν τότε πιο εύκολη η ζωή του.

Τότε μου φαινόταν απόλυτη και απαξιωτική η δήλωση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησα ότι είχε δίκιο, ως προς την αντιμετώπιση των πρακτικών δυσκολιών της καθημερινής ζωής. Τελικά χαθήκαμε με το συγκεκριμένο παιδί, μια και μετακόμισα εγώ (πολλές φορές από τότε) και δεν ξέρω αν παντρεύτηκε καν, όμως πρόλαβα να μάθω ότι ο τρίτος της παρέας, που δεν έκανε συγκεκριμένες δηλώσεις, παντρεύτηκε επίσης μια κοπέλα που άκουγε.

Δεν ξέρω πως τα καταφέρνουν τα ζευγάρια που έχουν και οι δυο πρόβλημα ακοής, γιατί παρόλο που κι εγώ η ίδια έμεινα μόνη μου για μια δεκαετία συνολικά, ομολογώ πως ήταν δύσκολο να φροντίζω τα καθημερινά θέματα και πάνω απ’ όλα το μόνιμο πρόβλημα της συνεννόησης μέσω τηλεφώνου.

Γιατί παρόλο που έχουμε τα SMS πια, κάποια βασικά και πατροπαράδοτα θέματα της φυλής μας, όπως π.χ. που θα μαζευτεί όλη η οικογένεια για το Πάσχα, με ποιανού το αμάξι, ποιος θα οδηγήσει, ποιος θα φέρει το αρνάκι, ποιος το κατσικάκι, ποιος τα λουκάνικα και ποιος θα αναλάβει το ψήσιμο, και ποιο συνολάκι θα φορέσει η καθεμία ώστε να μην συμπίπτουν τα outfit κατά τη βραδινή περαντζάδα, απαιτούν μαραθώνιες, αν με εννοείτε, διαβουλεύσεις, που δεν λύνονται με μερικά μηνυματάκια.

Έκανα αυτό τον μακρύ πρόλογο όμως για να μπορέσω να σας πω μια διασκεδαστική ιστορία που μας συνέβη πρόπερσι και δείχνει αυτό ακριβώς το στερεότυπο του κόσμου σχετικά με την ενδογαμία των κωφών.

Ο άντρας μου ήταν τότε συνδρομητής σε ένα περιοδικό (όχι το NITRO, για όνομα, δεν μου μοιάζει ευτυχώς, είναι σοβαρός άνθρωπος, για ποιόν τον περάσατε; ) Δεν θα πω τον τίτλο του μια και δεν υπάρχει λόγος, επρόκειτο πάντως για ένα επιστημονικό περιοδικό γενικού ενδιαφέροντος.

Κάποια στιγμή που έληξε η συνδρομή του, με έστειλε να πάω στα γραφεία του περιοδικού (που ήταν στο δρόμο μου) για να την ανανεώσω. Πήγα, βρήκα τον αρμόδιο υπάλληλο, μιλήσαμε, όλα καλά, ανανέωσα τη συνδρομή, πήρα την απόδειξη και το ξέχασα για ένα χρόνο περίπου.

Την επόμενη χρονιά ειδοποίησαν τον άντρα μου, τηλεφωνικά όπως πάντα, πως λήγει η συνδρομή του και πρέπει να την ανανεώσει. Εκείνη τη χρονιά έτυχε να πάμε μαζί κάποιo απόγευμα να ανανεώσουμε τη συνδρομή.

Καθώς πήγαμε να πληρώσουμε, συμπτωματικά είδαμε την οθόνη του υπολογιστή, όπου είχε γραφτεί το όνομα του άντρα μου, και δίπλα το δικό μου, και παραδίπλα με κόκκινα κεφαλαία γράμματα η ένδειξη: ΚΩΦΑΛΑΛΟΙ.

Γυρνάει λοιπόν ο άντρας μου και λέει στον υπάλληλο: “Δεν μου λες, εμένα που με βλέπεις και μιλάμε τόση ώρα, σου φαίνομαι κωφάλαλος; ”

Κόκκαλο ο υπάλληλος, που αδυνατούσε να θυμηθεί πως και τι και πότε γράφτηκε η σημείωση. Ο άντρας μου φυσικά είχε καταλάβει ότι πρέπει να είχε γραφτεί επειδή είχα πάει εγώ μόνη μου την προηγούμενη χρονιά, αλλά ήθελε – και πολύ σωστά – να το ξεκαθαρίσει το θέμα.

“Και έστω” του λέει, “ας υποθέσουμε ότι έχετε ένα ζεύγος κωφαλάλων συνδρομητών. Πόσο έξυπνη βρίσκετε, από επιχειρηματική άποψη, την ενέργεια να τους….ειδοποιήσετε τηλεφωνικά για τη λήξη της συνδρομής τους; Και από τη στιγμή που τους ειδοποιείτε τηλεφωνικά, έχοντας μπροστά σας όλα τα στοιχεία, και σας ….απαντούν, δεν κάνετε κάποια ενέργεια να τα διορθώσετε; Και τέλος, η γυναίκα μου, που ήρθε πέρσι και σας μίλησε και συνεννοήθηκε μόνη της, από που και ως που καταγράφηκε ως κωφάλαλη, εφ’ όσον είχατε μόλις συνομιλήσει; Σας πληροφορώ λοιπόν ότι τα στοιχεία σας είναι λανθασμένα, η γυναίκα μου είναι κωφή και όχι κωφάλαλη, διότι όπως βλέπετε μιλάει, όσο για μένα είμαι ο ίδιος κύριος που σας μίλησε στο τηλέφωνο πρωτύτερα“.

Ο υπάλληλος είχε μείνει άναυδος όλη εκείνη την ώρα και ίσα που μπόρεσε να ψελλίσει κάτι αδύναμες συγγνώμες. Δεν γνωρίζω τι έκανε με τα στοιχεία μας στη συνέχεια, πως μας καταχώρησε έκτοτε στο κομπιούτερ, αλλά κυρίως πως μας καταχώρησε στο μυαλό του. Ελπίζω πάντως να του ανατρέψαμε για λίγο τα στερεότυπά του.

Ή τουλάχιστον να του ανατρέψαμε τα στερεότυπα μέχρι ο ίδιος ή κάποιος φίλος του να είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει αναζήτηση για στατιστικά στοιχεία στο ίντερνετ, να βρει ότι όντως οι κωφοί εμφανίζουν κατά 95% ενδογαμία και να μας κατατάξει στο ταπεινό 5% της στατιστικής απόκλισης, για το οποίο θα απαξιούσε ενδεχομένως να ασχοληθεί μελλοντικά, και να μας διαγράψει από τη μνήμη του στη συνέχεια, όπως κάνουν και οι περισσότεροι άλλωστε.

Δυστυχώς το περιοδικό ανέστειλε την έκδοσή του κάποια στιγμή και έτσι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε τη συνέχεια της σκέψης του υπαλλήλου. Αλλά εγώ έκτοτε έχω σκεφτεί αρκετές φορές μήπως έγινε αναστολή της έκδοσης επειδή έτυχε να υπάρχουν και άλλοι κουφοί συνδρομητές, οι οποίοι ειδοποιούνταν επίσης τηλεφωνικά για να εξοφλήσουν τη συνδρομή τους, κατά την πάγια πολιτική της εταιρίας.