Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 22: ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΧΑΣΑΠΗ


Πρόσφατα διάβασα στις εφημερίδες ότι το πασίγνωστο αγγλικό τηλεοπτικό κανάλι BBC αποφάσισε να υποτιτλίσει υποχρεωτικά όλα τα προγράμματά του, ώστε να μπορούν να τα παρακολουθούν και οι κωφοί τηλεθεατές. Και όταν λέμε όλα, εννοούμε και τις ειδήσεις, και τα σήριαλ, και τα ντοκυμανταίρ και ό,τι άλλο περιλαμβάνει το πρόγραμμα (τις διαφημίσεις, όμως; Δεν μας είπαν τίποτα για τις διαφημίσεις, και δεν είναι δυνατόν να παραβλέψουμε την ουσία, δηλαδή ότι οι κωφοί, εκτός από εν δυνάμει τηλεθεατές είναι και εν δυνάμει καταναλωτές, σωστά; )

Ας αφήσουμε όμως τα μεγαλεία του BBC και ας δούμε τι γίνεται στα καθ’ ημάς. Που ούτε καν περασμένα μεγαλεία δεν έχουμε σε αυτό το θέμα. Το μόνο μοτίβο που επαναλαμβάνεται σταθερά είναι αυτό που ακούγονταν στα συνοικιακά σινεμά τις δεκαετίες του 50 και του 60. Όταν δηλαδή κόλλαγε το φιλμ με τους υποτίτλους, και ενώ η ξένη ταινία συνέχιζε να προβάλλεται κανονικά στην οθόνη, δεν “έπεφταν” ταυτόχρονα και οι υπότιτλοι. Με αποτέλεσμα ο κόσμος να φωνάζει τη φράση που έγινε ιστορική: “γράμματα, χασάπη”.

Έτσι αναφωνούμε κι εμείς οι κωφοί, τις σπάνιες φορές που θα καθίσουμε μπροστά στην τηλεόραση και δεν έχει ξένες ταινίες με υποτίτλους, για παράδειγμα όταν έχει ειδήσεις και θέλουμε να μάθουμε τι συνέβη στον κόσμο. Βέβαια, είναι λίγο γελοίο να κάθεσαι στον καναπέ και να φωνάζεις: “γράμματα, χασάπη”.

Πρώτα πρώτα, δεν υπάρχει κανένας χασάπης εκεί γύρω (εξόν φυσικά αν υπάρχει χασάπης στην οικογένεια και μένετε στο ίδιο σπίτι!) Δεύτερον, αν το εκμοντερνίσεις και πεις: “γράμματα, Χατζηνικολάου”, μια αρχίζει και αυτό από χι, το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να σκεφτούν όλοι πόσο μοιάζεις της γιαγιάς σου, που όταν πρωτοείδε τηλεόραση ήταν πεπεισμένη ότι την ακούνε οι παρουσιαστές και έκανε διάλογο μαζί τους.

Γι’ αυτό κι εγώ αποφεύγω γενικά την τηλεόραση, εκτός αν πρόκειται για ξένες ταινίες ή σειρές που έχουν υποτίτλους. Κι όμως, είμαι αναγκασμένη να πληρώνω κανονικά φόρο στην ΕΡΤ (μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ) όπως όλοι σας, αν και δεν μπορώ ούτε καν να παρακολουθήσω τις ειδήσεις. Μάλιστα ούτε τις ειδήσεις “για άτομα με προβλήματα ακοής”, όπως λέγονται, μπορώ να παρακολουθήσω – δεν καταλαβαίνω τίποτα ούτε εγώ ούτε φυσικά όλοι οι κωφοί χειλεοαναγνώστες, που δεν γνωρίζουν τη νοηματική γλώσσα.

Υπό αυτό το πρίσμα, ο πλήρης υποτιτιλισμός από το BBC είναι για μένα όνειρο θερινής νυκτός. Φυσικά, ενημερώνομαι για τις ειδήσεις από τις εφημερίδες (πάντα με μια μέρα καθυστέρηση όμως) ή από το ίντερνετ. Ωστόσο, θα σας πω μια ιστορία που μου συνέβη το 1999, για να καταλάβετε ότι σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης η χρονική καθυστέρηση της μετάδοσης μιας είδησης είναι πολύ σημαντική.

Ήταν λοιπόν Σεπτέμβρης του 1999, κι εγώ δούλευα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο στο Ηράκλειο της Κρήτης. Δεν είχα γνωρίσει ακόμα τον άντρα μου, ενώ οι γονείς μου και ο αδερφός μου ήταν στην Αθήνα. Τότε το ίντερνετ ήταν ακόμα στα πρώτα του βήματα στη χώρα μας, και συχνά το δίκτυο “έπεφτε” και δεν μπορούσες να μπεις με τίποτα. Το απόγευμα που γύρισα στο σπίτι δοκίμασα να συνδεθώ, αλλά ήταν αδύνατον.

Τότε επικοινωνούσα με τους δικούς μου ακόμα μέσω συσκευής FAX, αν και είχα ήδη πάρει κινητό ένα χρόνο πριν. Παίρνω λοιπόν το εξής FAX το απογευματάκι: “Eίμαστε καλά, μην ανησυχείς. Η μαμά σου”. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δεν έπρεπε να ανησυχώ, αλλά όπως ήμουν κουρασμένη από τη βάρδια και την εφημερία της προηγούμενης μέρας προτίμησα να πέσω να κοιμηθώ, αφού εξάλλου δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

Ξύπνησα κατά τις εννέα το βράδυ. Ήμουν μόνη στο σπίτι, το ίντερνετ δεν λειτουργούσε, το κινητό δεν λειτουργούσε, το FAX δεν λειτουργούσε, κανένα κανάλι της τηλεόρασης δεν έδειχνε το κανονικό του πρόγραμμα. Όλα έδειχναν ένα γκρεμισμένο οικοδόμημα, και γύρω πυροσβεστικά οχήματα, και έγραφαν από κάτω: “ΡΙΚΟΜΕΞ – τώρα”.

Δεν είχα ιδέα τι μπορεί να συνέβαινε. Τι ήταν αυτό το “ΡΙΚΟΜΕΞ” ; Οι εκφωνητές φυσικά μιλούσαν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Δεν είχαν ακόμα βγάλει καν τα “κρόουλ” για να περνούν στο κάτω μέρος της οθόνης και να διαφωτιζόμαστε κάπως.

Συμπέρανα ότι κάποιο εργοστάσιο είχε πάρει φωτιά. Αλλά κάτι δεν μου πήγαινε. Γιατί ήταν αυτό τόσο σημαντικό ώστε όλα τα κανάλια να διακόψουν το πρόγραμμά τους και να το μεταδίδουν συνέχεια; Και γιατί η μαμά μου είχε γράψει να μην ανησυχώ, εφ’ όσον οι δικοί μου δεν είχαν καμία σχέση με δουλειά σε εργοστάσιο;

Η ώρα ήταν ήδη δέκα το βράδυ, και δεν μπορούσα καν να χτυπήσω το κουδούνι στη γειτόνισσα – δεν θα ήταν σωστό να ενοχλήσω τόσο αργά, κι έπειτα, τι να ρώταγα; Μήπως τελικά ήμουν στη ζώνη του λυκόφωτος και δεν το ήξερα; Κάπως έτσι δεν ξεκινούσαν οι σχετικές ιστορίες στις ταινίες τρόμου;

Τελικά πέρασα όλη τη νύχτα χωρίς να μάθω τι είχε γίνει. Τα τηλέφωνα δεν λειτούργησαν για ώρες, ούτε το ίντερνετ, ούτε το FAX. Απλώς πήγα το πρωί στη βάρδια μου στο νοσοκομείο, και τότε έμαθα αυτό που όλοι σας έχετε ήδη καταλάβει διαβάζοντας το κείμενο: Την προηγουμένη είχε γίνει ο μεγάλος σεισμός στην Αθήνα, το εργοστάσιο της ΡΙΚΟΜΕΞ είχε καταρρεύσει καταπλακώνοντας ανθρώπους, και οι δικοί μου κουνήθηκαν γερά, αλλά δεν είχαν πάθει τίποτα.

Και σας ρωτάω εγώ τώρα, μήπως αντί να πληρώνω σαν βλαξ κανονικά το φόρο υπέρ της ΕΡΤ τόσα χρόνια, μήπως θα έπρεπε τελικά να τους κάνω μήνυση για ψυχική οδύνη; Στη μηνυτήρια αναφορά θα έγραφα δυο λέξεις μόνο: ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΧΑΣΑΠΗ !

ΥΓ: Τώρα που καλοκαίριασε η ροή των ιστοριών μας θα είναι λίγο πιο αραιή. Καλό καλοκαίρι να έχουμε όλοι!

Σάββατο 10 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 21: ΠΡΟΣΟΧΗ, ΣΑΣ ΒΛΕΠΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΟΥΦΟΣ

Τόσο καιρό σας γράφω για πράγματα μάλλον αρνητικά, για τις δυσκολίες και τα εμπόδια που τυχόν υπάρχουν στην καθημερινότητά μου ή για ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο αστείες που μου έχουν συμβεί.

Όμως, πρέπει να πω πως υπάρχουν και θετικά πράγματα, που είναι αυτές οι περίφημες “ειδικές ικανότητες”, που μας λένε όλοι πως έχουμε, για να μας χρυσώσουν το χάπι της αναπηρίας.

Ικανότητες που δεν έχει ο μέσος άνθρωπος, αλλά και ούτε θα ήθελε να έχει, εφ’ όσον πάνε πακέτο με την αναπηρία. Μακριά από μας, σκέφτονται όλοι, και πολύ λογικά δηλαδή, κι εγώ το ίδιο θα σκεφτόμουν στη θέση τους.

Όχι, δεν μπορώ να πετάω σαν τον Σούπερμαν ή να βεντουζώνομαι σε κτίρια σαν τον Σπάιντερμαν ή να εξαφανίζομαι σαν τον αόρατο άνθρωπο. Δεν μπορώ ούτε να κάνω τα κόλπα του Χουντίνι, αλλά ούτε καν κι ένα αξιοπρεπές τρικ με την τράπουλα, βρε αδερφέ.

Ένα κολπάκι όμως μπορώ να το κάνω κι εγώ, κι αυτό το ξέρουν μόνο οι πολύ δικοί μου, γι’ αυτό σας παρακαλώ να μείνει μεταξύ μας. Μπορώ και….κρυφακούω! Όχι βέβαια πίσω από κλειστές πόρτες ή βάζοντας κοριούς σε τηλέφωνα όπως κάθε αξιοπρεπής ωτακουστής, αλλά με το δικό μου τρόπο.

Ο οποίος δικός μου τρόπος εφαρμόζεται συνήθως σε καφετέριες, λεωφορεία, μετρό, όπου δηλαδή βαριέμαι και χαζεύω τους γύρω μου για να περνάει η ώρα. Δεν το κάνω καν επίτηδες, τυχαίνει μόνο του. Αρκεί να βρίσκεται σε ευθεία γραμμή μπροστά μου ο ομιλητής, η απόσταση να είναι σχετικά μικρή, ας πούμε να μην υπερβαίνει τα 3-4 μέτρα και να υπάρχει καλός φωτισμός.

Από κει και πέρα δεν χρειάζεται καν να είμαστε στον ίδιο χώρο. Για παράδειγμα, είναι εύκολο να “υποκλέψω” μια συζήτηση 2 ατόμων στη στάση του λεωφορείου όταν είμαι μέσα στο λεωφορείο και είναι σταματημένο (λόγω στάσης ή κίνησης). Ακόμα πιο εύκολο να παρακολουθήσω τι λένε 2 άτομα στην άλλη άκρη του βαγονιού στο μετρό, αρκεί να υπάρχει οπτική επαφή.

Ειδικά στο μετρό είναι η καλύτερή μου, γιατί συνήθως ο θόρυβος είναι έντονος (για σας) και ο κόσμος που προσπαθεί να μιλήσει φωνάζει, κι έτσι γίνεται πιο εκφραστικός. Δηλαδή για μένα δεν έχει σημασία η ένταση της φωνής, αλλά η εκφραστικότητα που τη συνοδεύει. Εξάλλου, αν και συνήθως διαβάζω εφημερίδα στα λεωφορεία ή στο μετρό, καμία φορά μπορεί να υποκλέψω μια συζήτηση επειδή βαριέμαι. Ή επειδή απλά κοιτάω προς τους ομιλητές, χωρίς να το κάνω σκόπιμα.

Ο άντρας μου, που με ξέρει καλά, όταν ταξιδεύουμε μαζί με άλλο μέσο εκτός από το αυτοκίνητό μας, δηλαδή με τρένο, πούλμαν ή πλοίο, ξέρει πως σίγουρα κάποια στιγμή θα λειτουργήσω ως ωτακουστής (ή να πω: οφθαλμ-ακουστής καλύτερα ; ) και με μαλώνει εκ των προτέρων.

Σας είχα γράψει σε μια παλαιότερη ιστορία πως στο εξωτερικό τους ανθρώπους σαν κι εμένα συχνά τους πληρώνουν γι’ αυτή τη δουλειά (που γίνεται ακόμα καλύτερα και πιο επιτυχημένα με τη βοήθεια βίντεο και εστίασης – εννοώ το ζουμάρισμα).

Ωστόσο, ούτως ή άλλως δεν είχα ποτέ την επιθυμία να γίνω καρφί και να φακελώνω ανύποπτους συνανθρώπους μας. Τα προσωπικά σας δεδομένα είναι λιγότερο ασφαλή από όσο νομίζετε, αλλά γι’ αυτό ευθύνονται οι άπειρες κάμερες στους δρόμους μάλλον, παρά οι λιγοστές κουβέντες που ενδέχεται να υποκλέψουν για πλάκα οι κουφοί συμπολίτες σας.

Πάντως σε κάθε περίπτωση, καλύτερα είναι να προσέχετε τι λέτε όταν βρίσκεστε σε δημόσιο χώρο. Γιατί εκτός από τις κάμερες κυκλοφορούν και οι μεγάλοι (αλλά και οι μικρότεροι) κουφοί αδερφοί και αδερφές μας εκεί έξω.

ΥΓ: Όσοι γνωρίζουν την ιστορία με την τελετή που θα γίνει τη Δευτέρα στο Νέο Μουσείο Μπενάκη, να ξέρετε πως θα χαρώ να σας λαθρακούσω ή μάλλον λαθρο-δω εκεί.

Θεώρησα υπερβολικό να το ξαναγράψω στο μπλογκ, εφ’ όσον θέλω να αναφέρεται βασικά στην κώφωση και όχι στις λογοτεχνικές (και τις άλλες γενικότερα) δραστηριότητές μου.

Ευχαριστώ όμως εκ των προτέρων όσους σκοπεύουν να είναι εκεί. Μου είπαν πως έχει καλό φωτισμό, οπότε δεν θα δυσκολευτώ να σας υποκλέψ…χμ, συνομιλήσω εννοώ.

Εξάλλου, κάπως πρέπει να περάσω την ώρα που δεν θα καταλαβαίνω πάλι, και ειδικά αν δεν μπορώ να παίζω με το κινητό μου, οπότε θα παίζω με τις συνομιλίες των άλλων – κάτι που δυστυχώς το κάνει και ο Μεγάλος Αδερφός.

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 20: ΟΙ ΚΩΦΑΛΑΛΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

Το συλλογικό μας στερεότυπο υπαγορεύει ότι οι κωφοί (που επιμένουν οι περισσότεροι να ονομάζουν κωφάλαλους, αν και ο όρος έχει επίσημα καταργηθεί πλέον) είθισται να παντρεύονται κυρίως μεταξύ τους.

Θα μου πείτε, εδώ παντρεύονται μεταξύ τους γιατροί, δικηγόροι, στελέχη εταιριών, οι κουφοί θα αποτελούσαν εξαίρεση; Παρόλο που όλα τα γυναικεία περιοδικά συμβουλεύουν να μην μπλέκουμε τα γκομενικά με τα εργασιακά (φαντάζομαι και τα αντρικά επίσης – σόρι, αλλά δεν διαβάζω NITRO, STATUS , και τα παρόμοια, μόνο μερικές φορές στα κρυφά και ανομολόγητα, π.χ. όταν είχαν τη συνέντευξη της Κικής Δημουλά για ξεκάρφωμα…ή έτσι λέω εγώ τώρα για ξεκάρφωμα επίσης…κάτι τέτοιο τέλοσπάντων…) , παρόλες τις συμβουλές λοιπόν, οι περισσότεροι πάνε και κάνουν αυτό ακριβώς, δηλαδή ερωτεύονται και παντρεύονται μέσα από το χώρο εργασίας και εν γένει συναναστροφής τους, πράγμα απόλυτα λογικό αν το σκεφτείς.

Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τις στατιστικές, το 95% των κωφών παντρεύεται με επίσης κωφό ή βαρήκοο σύντροφο και μόλις το 5% με ακούοντα σύντροφο. Είναι βέβαια αναμενόμενο να συμβαίνει αυτό σε όσους κωφούς επικοινωνούν μόνο με τη νοηματική, καθώς είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουν με όποιον δεν μιλάει τη γλώσσα τους.

Όμως, οι κωφοί χειλεοαναγνώστες, που μιλούν και συναναστρέφονται κυρίως με ακούοντες, είναι πολύ πιθανότερο να παντρευτούν με ακούοντα σύντροφο, όπως κι εγώ η ίδια.

Όταν ήμουν φοιτήτρια είχε τύχει να γνωρίσω και άλλα δυο παιδιά, φοιτητές στην ίδια πόλη, με πρόβλημα ακοής, και κάναμε κάποιες φορές παρέα. Θυμάμαι πως ο ένας δήλωνε από τότε που ήταν είκοσι και κάτι χρονών πως σκόπευε να παντρευτεί οπωσδήποτε γυναίκα που να ακούει, γιατί θα ήταν τότε πιο εύκολη η ζωή του.

Τότε μου φαινόταν απόλυτη και απαξιωτική η δήλωση, αλλά στην πορεία συνειδητοποίησα ότι είχε δίκιο, ως προς την αντιμετώπιση των πρακτικών δυσκολιών της καθημερινής ζωής. Τελικά χαθήκαμε με το συγκεκριμένο παιδί, μια και μετακόμισα εγώ (πολλές φορές από τότε) και δεν ξέρω αν παντρεύτηκε καν, όμως πρόλαβα να μάθω ότι ο τρίτος της παρέας, που δεν έκανε συγκεκριμένες δηλώσεις, παντρεύτηκε επίσης μια κοπέλα που άκουγε.

Δεν ξέρω πως τα καταφέρνουν τα ζευγάρια που έχουν και οι δυο πρόβλημα ακοής, γιατί παρόλο που κι εγώ η ίδια έμεινα μόνη μου για μια δεκαετία συνολικά, ομολογώ πως ήταν δύσκολο να φροντίζω τα καθημερινά θέματα και πάνω απ’ όλα το μόνιμο πρόβλημα της συνεννόησης μέσω τηλεφώνου.

Γιατί παρόλο που έχουμε τα SMS πια, κάποια βασικά και πατροπαράδοτα θέματα της φυλής μας, όπως π.χ. που θα μαζευτεί όλη η οικογένεια για το Πάσχα, με ποιανού το αμάξι, ποιος θα οδηγήσει, ποιος θα φέρει το αρνάκι, ποιος το κατσικάκι, ποιος τα λουκάνικα και ποιος θα αναλάβει το ψήσιμο, και ποιο συνολάκι θα φορέσει η καθεμία ώστε να μην συμπίπτουν τα outfit κατά τη βραδινή περαντζάδα, απαιτούν μαραθώνιες, αν με εννοείτε, διαβουλεύσεις, που δεν λύνονται με μερικά μηνυματάκια.

Έκανα αυτό τον μακρύ πρόλογο όμως για να μπορέσω να σας πω μια διασκεδαστική ιστορία που μας συνέβη πρόπερσι και δείχνει αυτό ακριβώς το στερεότυπο του κόσμου σχετικά με την ενδογαμία των κωφών.

Ο άντρας μου ήταν τότε συνδρομητής σε ένα περιοδικό (όχι το NITRO, για όνομα, δεν μου μοιάζει ευτυχώς, είναι σοβαρός άνθρωπος, για ποιόν τον περάσατε; ) Δεν θα πω τον τίτλο του μια και δεν υπάρχει λόγος, επρόκειτο πάντως για ένα επιστημονικό περιοδικό γενικού ενδιαφέροντος.

Κάποια στιγμή που έληξε η συνδρομή του, με έστειλε να πάω στα γραφεία του περιοδικού (που ήταν στο δρόμο μου) για να την ανανεώσω. Πήγα, βρήκα τον αρμόδιο υπάλληλο, μιλήσαμε, όλα καλά, ανανέωσα τη συνδρομή, πήρα την απόδειξη και το ξέχασα για ένα χρόνο περίπου.

Την επόμενη χρονιά ειδοποίησαν τον άντρα μου, τηλεφωνικά όπως πάντα, πως λήγει η συνδρομή του και πρέπει να την ανανεώσει. Εκείνη τη χρονιά έτυχε να πάμε μαζί κάποιo απόγευμα να ανανεώσουμε τη συνδρομή.

Καθώς πήγαμε να πληρώσουμε, συμπτωματικά είδαμε την οθόνη του υπολογιστή, όπου είχε γραφτεί το όνομα του άντρα μου, και δίπλα το δικό μου, και παραδίπλα με κόκκινα κεφαλαία γράμματα η ένδειξη: ΚΩΦΑΛΑΛΟΙ.

Γυρνάει λοιπόν ο άντρας μου και λέει στον υπάλληλο: “Δεν μου λες, εμένα που με βλέπεις και μιλάμε τόση ώρα, σου φαίνομαι κωφάλαλος; ”

Κόκκαλο ο υπάλληλος, που αδυνατούσε να θυμηθεί πως και τι και πότε γράφτηκε η σημείωση. Ο άντρας μου φυσικά είχε καταλάβει ότι πρέπει να είχε γραφτεί επειδή είχα πάει εγώ μόνη μου την προηγούμενη χρονιά, αλλά ήθελε – και πολύ σωστά – να το ξεκαθαρίσει το θέμα.

“Και έστω” του λέει, “ας υποθέσουμε ότι έχετε ένα ζεύγος κωφαλάλων συνδρομητών. Πόσο έξυπνη βρίσκετε, από επιχειρηματική άποψη, την ενέργεια να τους….ειδοποιήσετε τηλεφωνικά για τη λήξη της συνδρομής τους; Και από τη στιγμή που τους ειδοποιείτε τηλεφωνικά, έχοντας μπροστά σας όλα τα στοιχεία, και σας ….απαντούν, δεν κάνετε κάποια ενέργεια να τα διορθώσετε; Και τέλος, η γυναίκα μου, που ήρθε πέρσι και σας μίλησε και συνεννοήθηκε μόνη της, από που και ως που καταγράφηκε ως κωφάλαλη, εφ’ όσον είχατε μόλις συνομιλήσει; Σας πληροφορώ λοιπόν ότι τα στοιχεία σας είναι λανθασμένα, η γυναίκα μου είναι κωφή και όχι κωφάλαλη, διότι όπως βλέπετε μιλάει, όσο για μένα είμαι ο ίδιος κύριος που σας μίλησε στο τηλέφωνο πρωτύτερα“.

Ο υπάλληλος είχε μείνει άναυδος όλη εκείνη την ώρα και ίσα που μπόρεσε να ψελλίσει κάτι αδύναμες συγγνώμες. Δεν γνωρίζω τι έκανε με τα στοιχεία μας στη συνέχεια, πως μας καταχώρησε έκτοτε στο κομπιούτερ, αλλά κυρίως πως μας καταχώρησε στο μυαλό του. Ελπίζω πάντως να του ανατρέψαμε για λίγο τα στερεότυπά του.

Ή τουλάχιστον να του ανατρέψαμε τα στερεότυπα μέχρι ο ίδιος ή κάποιος φίλος του να είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει αναζήτηση για στατιστικά στοιχεία στο ίντερνετ, να βρει ότι όντως οι κωφοί εμφανίζουν κατά 95% ενδογαμία και να μας κατατάξει στο ταπεινό 5% της στατιστικής απόκλισης, για το οποίο θα απαξιούσε ενδεχομένως να ασχοληθεί μελλοντικά, και να μας διαγράψει από τη μνήμη του στη συνέχεια, όπως κάνουν και οι περισσότεροι άλλωστε.

Δυστυχώς το περιοδικό ανέστειλε την έκδοσή του κάποια στιγμή και έτσι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μάθουμε τη συνέχεια της σκέψης του υπαλλήλου. Αλλά εγώ έκτοτε έχω σκεφτεί αρκετές φορές μήπως έγινε αναστολή της έκδοσης επειδή έτυχε να υπάρχουν και άλλοι κουφοί συνδρομητές, οι οποίοι ειδοποιούνταν επίσης τηλεφωνικά για να εξοφλήσουν τη συνδρομή τους, κατά την πάγια πολιτική της εταιρίας.

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 19: ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΚΕ ΚΑΝΑΣ ΦΟΥΡΝΟΣ;

Είμαι σίγουρη ότι κι εσείς, όπως κι εγώ, θα λέτε το ψωμί-ψωμάκι και θα πηγαίνετε καθημερινά ή σχεδόν να προμηθευτείτε τη μπαγκέτα σας, το λευκό πολυτελείας σας, το παντεσπ….ε, χμ, το ολικής αλέσεως, το πολύσπορο, το χωριάτικο ή ό,τι σας αρέσει τέλος πάντων.

Εμένα το ψωμάκι μου αρέσει, αλλά μερικούς φούρνους πραγματικά και ευχαρίστως θα τους γκρέμιζα. Όχι εκ θεμελίων – απλώς θα άλλαζα τη διάταξη του χώρου, εν ανάγκη θα φώναζα και τον Σπύρο Σούλη και θα του έλεγα “άλλαξέ το τώρα πριν μου τη βιδώσει περισσότερο”.

Σας βλέπω που απορείτε. Τι πρόβλημα μπορεί να έχει ένας κουφός άνθρωπος με το φούρνο, σκέφτεστε. Πολλά, αγαπητοί μου. Με κυριότερο τη διάταξη, που συνήθως σε αναγκάζει να είσαι στην ίδια ευθεία στην ουρά, με αποτέλεσμα να μην βλέπεις την υπάλληλο (γιατί σχεδόν όλες είναι γυναίκες) και να μην σε βλέπει κι αυτή.

Σκέψου τώρα ότι συνήθως η μπροστινή στην ουρά καθυστερεί μέχρι να πάρει το ψωμί και να φύγει (διότι πάλι όλες γυναίκες είναι στην ουρά, αν εξαιρέσεις κάποιους παππούδες ή στελέχη εταιρειών που θέλουν τυρόπιτα – αλλά αυτοί πάνε στο Everest ή στο Γρηγόρης Μικρογεύματα κι όχι στο φούρνο της γειτονιάς μου).

Καθυστερεί λοιπόν η μπροστινή, είτε επειδή προσπαθεί να τυλίξει το ψωμί για να το βάλει στην τσάντα, είτε επειδή προσπαθεί να βρει τα κέρματα, είτε επειδή ανοίγει το μικρό τσαντάκι και κλείνει τη μεγάλη τσάντα – κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Το θέμα (μου) είναι ότι, καθώς καθυστερεί η μπροστινή, η υπάλληλος παίρνει πάντα παραγγελία από την επόμενη, για να προχωράει η ουρά. Πως όμως να πάρει παραγγελία από μένα και να συνεννοηθούμε σωστά, αν δεν υπάρχει καλή οπτική επαφή;

Κι αν τις άλλες φορές τα κουτσοκαταφέρνω, σήμερα έσπασα κάθε ρεκόρ γκαντεμιάς. Πρώτα πρώτα, αν και κάνω κάθε δυνατή προσπάθεια να πηγαίνω στον ίδιο πάντα φούρνο, όπου με ξέρουν, συχνά αλλάζουν τις υπαλλήλους εκεί. Έτσι, σήμερα και μάλλον λόγω εορτών ήταν δυο κοπέλες υπάλληλοι άγνωστες και οι δυο σε μένα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, μπροστά μου υπήρχαν όχι ένας, ούτε δυο, αλλά τρεις γυναίκες πελάτισσες, που είχαν αγοράσει τούρτες, γλυκά, τσουρέκια, και εκτός που είχαν καταλάβει όλο το χώρο, δημιουργούσαν ένα χάος καθώς η μια προσπαθούσε να παραλάβει την τούρτα, η δεύτερη να βρει τα ψιλά στο τσαντάκι και η τρίτη να κλείσει τη μεγάλη τσάντα, να ανοίξει το μικρό τσαντάκι και να βάλει μέσα το τσουρεκάκι…

Μπροστά σε αυτό το συμπαγές τείχος, το σιδηρούν παραπέτασμα, ομολογώ ότι αποθαρρύνθηκα και προσπάθησα να κάνω ελιγμό, ότι δήθεν κοιτάω τα βουτήματα και τις τυρόπιττες και προσπαθώ να αποφασίσω. Ματαίως όμως, η πρώτη υπάλληλος με κοιτούσε ξεκάθαρα από το βάθος, και το ίδιο καθαρά τα χείλη της σχημάτισαν τη φράση: “Χρόνια πολλά, τι θέλετε εσείς; “

“Τι να θέλω”, μου ήρθε να πω, “πρώτα απ’ όλα ζωτικό χώρο και οπτική επαφή για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε”. Αλλά ήταν βέβαιο ότι έτσι και μιλούσα εκείνη τη στιγμή θα είχα χάσει το επικοινωνιακό παιχνίδι από χέρι. Πέντε κεφάλια θα γύριζαν και δέκα ζευγάρια μάτια θα με κοιτούσαν με έκπληξη, απορία και τρόμο, προσπαθώντας να αποφασίσουν τι μπορεί να λέει το άλιεν και αν κινδυνεύουν από τρομοκρατική επίθεση ή αν θα πιάνονταν όμηροι σε ληστεία.

Έτσι, έκανα σήμα “ένα λεπτό”, υψώνοντας το δάκτυλο, ενώ παράλληλα συνέχισα να κάνω πως ήμουν δήθεν βαθύτατα απασχολημένη με το να μελετάω τη βιτρίνα.

Αλίμονο όμως, ενώ οι πελάτισσες συνέχιζαν να ασχολούνται με τα μικρά και μεγάλα τσαντάκια, με αντιλήφθηκε και η δεύτερη υπάλληλος, και μου έκανε κι εκείνη νόημα: “Tι θα θέλατε εσείς;”. Πανικός.

Μετακινήθηκα στα δεξιά, μήπως αποκτήσω καλύτερη ορατότητα, ενώ παράλληλα η μία υπάλληλος μετακινήθηκε κι εκείνη στα δεξιά. Όμως, ένα κεφάλι, ένα χέρι και ένας ώμος, που δεν είμαι σίγουρη αν ανήκαν στην ίδια πελάτισσα, συνέχιζαν να εμποδίζουν το οπτικό μου πεδίο προς την υπάλληλο. Έτσι, ελίχθηκα, περίπου όπως ελίσσεσαι σε ένα γεμάτο σινεμά, και μετακινήθηκα προς τα αριστερά, προκαλώντας δυσφορία και εμφανή ανησυχία στην υπάλληλο.

Οπωσδήποτε, ο ελιγμός μου ήταν επιτυχής, και αν παίζαμε ποδόσφαιρο θα είχα σίγουρα ξεγελάσει τον τερματοφύλακα και θα είχα πετύχει το στόχο. Ωστόσο, στην αριστερή πλευρά με περίμενε η πρώτη υπάλληλος με την ίδια απορία και ανησυχία στο βλέμμα.

“Τι θα θέλατε; ” η απειλητική ερώτηση ήρθε αμείλικτη και από την αριστερή πλευρά και πλέον όφειλα να μιλήσω, να ζητήσω την μπαγκέτα ή το παντεσπάνι μου. Σχεδόν είχα μετανιώσει που δεν είχα φροντίσει να γράψω σε χαρτάκι “ΕΙΜΕ ΚΟΥΦΙ ΚΑΙ ΠΙΝΑΟ”, οπότε αν μη τι άλλο θα ξεμπέρδευα και με τις πολλές διατυπώσεις – άσε που μάλλον θα γλύτωνα και τα 80 λεπτά του ευρώ.

Ωστόσο, μάζεψα όλο το θάρρος μου και το ξεστόμισα πάνω από πέντε κεφάλια και δέκα ζευγάρια μάτια, όσο πιο δυνατά και καθαρά μπορούσα: “Μετακινούμαι επειδή πρέπει να σας βλέπω γιατί ΔΕΝ ΑΚΟΥΩ και θέλω ΜΙΑ ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟ”.

Πέντε κεφάλια γύρισαν ταυτόχρονα, και ο χώρος έμοιαζε να βομβαρδίστηκε ξαφνικά. Ως διά μαγείας τα μικρά και μεγάλα τσαντάκια μαζεύτηκαν, ένας διάδρομος άνοιξε στη μέση, βιαστικά οι τρεις κυρίες μάζεψαν τα ψώνια και αποχώρησαν, προσπαθώντας να μην δείχνουν ότι με κοιτούν, οι δε δύο κοπέλες στο ταμείο έμειναν ακίνητες για τρία έως πέντε δευτερόλεπτα, στη διάρκεια των οπoίων σκεφτόμουν αν έπρεπε να μετακινηθώ πάλι δεξιά-αριστερά και να σουτάρω…..εεε…..να τις κάνω να μετακινηθούν και να μου δώσουν τη ρημαδοφρατζόλα.

Ευτυχώς, η μία συνήλθε, τύλιξε αμίλητη τη φρατζόλα και έγραψε στη μηχανή 0,80 για να το δω και να πληρώσω. Πλήρωσα, ευχήθηκα μάλιστα και χρόνια πολλά, δεν πήρα απάντηση λόγω του σοκ (εκτός κι αν απάντησαν όταν πια είχα γυρίσει την πλάτη) κι έφυγα.

Πάντως, εγώ από σήμερα το αποφάσισα: αφού άμα τη εμφανίσει μου οι φούρνοι μοιάζουν βομβαρδισμένοι, τώρα που καλοκαιριάζει θα φτιάξω ένα μπλουζάκι που θα λέει: “EIME KOΥΦΙ ΚΑΙ ΘΕΛΟ ΠΑΝΤΕΣΠΑΝΙ”, για να γκρεμίσω και τους υπόλοιπους φούρνους για να τελειώνουμε μια και καλή με αυτό το θέμα.

Τετάρτη 16 Απριλίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΑ 18: ΣΟΦΙΑ ΟΡΘΗ

Με την εκκλησία δεν έχω πολλά πολλά, ούτε αυτή μαζί μου. Ίσως μάλιστα, ένας λόγος που δεν έχω πολλά πολλά με την εκκλησία να έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιος τρόπος να αντιληφθούμε εμείς οι κωφοί χειλεοαναγνώστες τίποτα από τη λειτουργία, ούτε από τους ύμνους και τα τροπάρια, ούτε το τελετουργικό στις βαπτίσεις και τους γάμους, ούτε καν τις κηδείες (αυτό το τελευταίο βέβαια ισχύει για όλους…ανάλογα με τη θέση από την οποία παρακολουθούν την τελετή !)

Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η μεγάλη εβδομάδα, μέσα στο γενικότερο κλίμα κατάνυξης, είπα να σας γράψω κάποιες ιστορίες από την εκκλησία. Στην οποία έχω αναγκαστικά παρευρεθεί πολλές φορές, για κοινωνικούς και όχι για θρησκευτικούς λόγους.

Πρώτα πρώτα, ως μαθήτρια έπρεπε να υποστώ τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, όπως όλοι οι μαθητές. Τότε δεν είχα ακόμη ξεκαθαρίσει μέσα μου τις όποιες θρησκευτικές μου αντιλήψεις, και απλώς ακολουθούσα το πρόγραμμα του σχολείου.

Μα η λειτουργία ήταν για μένα ακριβώς όπως η (υποχρεωτική επίσης) επίσκεψη στο Πλανητάριο ή όπως όταν πήγαμε στο χορό του Λυκείου να ακούσουμε Βίσση και Καρβέλα (όλοι έχουμε ιστορίες από τα νιάτα μας για τις οποίες ντρεπόμαστε ελαφρώς, βλέπετε).

Εν ολίγοις, δεν καταλάβαινα τίποτα. Όπως βέβαια και σε όλους τους επιταφίους, τις αναστάσεις, τους γάμους και τις βαφτίσεις (οι κηδείες ήρθαν αργότερα).

Μου άρεσε όμως ανέκαθεν ο επιτάφιος, αυτή η μυσταγωγία των κεριών, αυτό το πλήθος που περπατούσε συντονισμένα και χαιρόταν τις μυρωδιές της άνοιξης…και φυσικά, τα πρώιμα φλερτ που ανέκαθεν είθισται να γίνονται κατά τους επιταφίους και τις αναστάσεις στη χώρα μας. Οι έβηφοι και νέοι που μαζεύονται με σκοπό: “τα μάτια τους να ρίξουν σαιτιές”, όπως θα το έλεγε και ο Μαλακάσης.

Τα τροπάρια και οι ύμνοι της άνοιξης, όμως…παραμένουν ένα κλειστό μυστικό, που αφορά μόνο τους ακούοντες. Σε ποια ηλικία, με ρώτησε ο άντρας μου κάποτε (διαβάζοντας ένα μου στίχο, που έλεγε: είμαι η γυναίκα που της φόρτωσαν νωρίς την ηθική / στα φαύλα και στα κρείττω η πηγή…), σε ποιά ηλικία άκουσες πρώτη φορά το τροπάριο της Κασσιανής;

Μα….ποτέ, άντρα μου, ή τουλάχιστον ποτέ όταν μπορούσα πια να καταλάβω το νόημα των στίχων. Σίγουρα τα άκουσα κάποτε, στα μικράτα μου, κι αυτό και το Ω γλυκύ μου έαρ και το Θανάτω θάνατον πατήσας, μα πιο πολύ τα διάβασα ή τα “διάβασα” επίσης στα χείλη της μαμάς μου παρά τα άκουσα ως μεγάλη.

Παρόλα αυτά, έκανα πάντοτε ευσυνείδητες προσπάθειες να ακολουθήσω το τυπικό τις εκκλησίας κάποιες φορές, ξαναλέω για κοινωνικούς και όχι για θρησκευτικούς λόγους. Επειδή οι θρησκευτικές τελετές, όπως και οι μεγάλες γιορτές (Πάσχα, Χριστούγεννα, Δεκαπενταύγουστος) έχουν στη χώρα μας σαφή κοινωνικό χαρακτήρα και εντάσσονται στις παραδόσεις του λαού μας. Εξάλλου, σέβομαι τη θρησκευτική πίστη, όποιο δόγμα και να ακολουθεί κανείς, όπως και τον αγνωστικισμό και την αθεϊα όλων των ανθρώπων.

Έτσι, και κουμπάρα έγινα, παντρεύοντας δυο καλούς μου φίλους, και το κοριτσάκι τους βάφτισα αργότερα – μια ιστορία που πρέπει να σας την πω ξεχωριστά, γιατί όσο να ‘ναι, πάντα έχει πλάκα μια κουφή νονά που αγνοεί πλήρως το τελετουργικό της ορθόδοξης βάπτισης και προσπαθεί να τα κάνει -και σωστά- όλα εκείνη τη στιγμή. Αλλά μου το είπαν καθαρά: Κι αν δεν ξέρεις το χορό του Ησαϊα, ούτε πώς να τη βαφτίσεις τη Μαρία, μη φοβάσαι, θα στα μάθει ο παπάς!

Ας δούμε όμως τώρα ένα τραυματικό γεγονός που μου έμεινε στη μνήμη, κι αν το γράφω είναι για να σας παρακαλέσω να μην κάνετε τα ίδια όσοι από σας πηγαίνετε τακτικά στην εκκλησία. Ήμουνα μεγάλη πια, πάνω από 25-26, δεν θυμάμαι ακριβώς, και είχα πάει σε μια βάφτιση με τη μαμά μου και μια φίλη της.

Εκείνες είχαν καθίσει πιο μπροστά, κι επειδή δεν είχε άλλο κάθισμα καθόμουν λίγο πιο πίσω, μόνη μου. Ξαφνικά, έρχεται από τα απέναντι καθίσματα ένας κύριος κάποιας ηλικίας, και με σπρώχνει και με τραβάει να σηκωθώ όρθια! Παράλληλα μάλλον με επέπληττε, δεν μπόρεσα να καταλάβω ακριβώς, γιατί με την ίδια ταχύτητα εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδα μέσα στον κόσμο, ώστε να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις.

Μόλις συνήλθα λίγο από τη χειροδικία (γιατί σχεδόν περί χειροδικίας, και μάλιστα αναίτιας μου φάνηκε), και σκέφτηκα πιο καθαρά, συνειδητοποίησα ότι μάλλον βρισκόμασταν σε κάποιο σημείο της τελετής όπου έπρεπε όλοι να σηκωθούμε όρθιοι. Πράγμα που όμως δεν μπόρεσα να αντιληφθώ, γιατί οι αμέσως μπροστινοί μου ήταν όλοι κάποιας ηλικίας και δεν είχε σηκωθεί κανείς.

Φαίνεται ότι εγώ, ως νεότερη, αλλά και ως καθισμένη στο πλησιέστερο στο διάδρομο κάθισμα πλήρωσα την οργή του εν λόγω κυρίου, που σίγουρα παράλληλα θα έλεγε κάτι για την ασέβεια της νεολαίας, που τολμά να είναι καθήμενη ενώ επιβάλλεται να σηκωθεί όλο το εκκλησίασμα.

Πάντως, έχω εδώ μια χαριτωμένη ιστορία να σας διηγηθώ, που δεν έχει άμεση σχέση με την κώφωση, αλλά τη βρίσκω ταιριαστή με το σημερινό μας θέμα, και σίγουρα, αν δεν είχα πρόβλημα ακοής θα μπορούσε να είχε συμβεί σε μένα και όχι στην πρώτη μου ξαδέρφη.

Όταν η ξαδερφούλα μου, που είναι και συνονόματη, ήταν τριών χρονών και βρισκόταν σε ένα γάμο - αν δεν κάνω λάθος- κάποια στιγμή σηκωνόταν συνεχώς στην εκκλησία, και ταυτόχρονα κοίταγε με ειλικρινή απελπισία τη μαμά της, που δεν καταλάβαινε κιόλας τι έχει το παιδί και σηκώνεται συνέχεια στα καλά καθούμενα.

Κάποια στιγμή λοιπόν η μικρή, έτοιμη να βάλει τα κλάματα γυρνάει και λέει στη θεία μου την ατάκα που έμεινε στα χρονικά της οικογένειάς μας: “Γιατί καλέ μαμά αυτός ο παπάς λέει συνέχεια Σοφία ορθή και με σηκώνει, αφού εγώ κουράστηκα και θέλω να καθίσω!”

Έτσι λοιπόν κι εγώ θέλω να σας πω, όταν θα δείτε την επόμενη κουφή Σοφία σαν κι εμένα στην εκκλησία, να μην της πείτε Σοφία ορθή ή ακόμα χειρότερα, να μην τη σπρώξετε για να σηκωθεί. Γιατί την επόμενη φορά, θα σας πω κι εγώ πως δεν σηκώνομαι γιατί δεν άκουσα τίποτα σχετικό, και πως θα προτιμούσα να καθίσω.